Έλληνες και Ελλάδα-Πως ορίζονται; (μέρος 2ο)

Του Θοδωρή Παπαδόπουλου, Αντιπτέραρχος (Ι) ε.α

Αντί προλόγου:

«Είμαι φανατικά (ήμουν πάντα) υπέρ της διεξαγωγής των εκλογών μετά την εξάντληση της τετραετίας από οιανδήποτε κυβέρνηση έστω και αν είναι επιζήμια για την χώρα.

Ο λαός πρέπει να μάθει να αναλαμβάνει τις συνέπειες των επιλογών του.

Τώρα τελευταία όλο και ακούγεται ότι ο πρόεδρος Κυριάκος θα πάει για εκλογές και πάντα αυτός να το διαψεύδει.

Μόλις πέρσι ψηφίστηκε ο νόμος και θα ψηφίσουν και οι Έλληνες του εξωτερικού έστω και με κάποιες προϋποθέσεις..

Έτσι δράττομαι της επικαιρότητας για να πω:»

Με την ευκαιρία της περσινής θεσμοθέτησης ΤΗΣ ΨΗΦΟΥ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΚΤΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ παραθέτω την ιστορική εξέλιξη των εννοιών Έλληνας, Ελλάδα, των πολιτικών δικαιωμάτων αλλά και των λέξεων, ομογενής, ετερογενής, αλλογενής, γηγενής, ανθέλληνας, ομόδοξος, ετερόδοξος, ομόθρησκος ,απόδημος, Μέτοικος, ομόγλωσσος, ετερόγλωσσος, αυτόχθονος, ετερόχθονος, αλλά και άλλους νεολογισμούς, ανάλογα με τις επικρατούσες καταστάσεις.

Κάθε τυχόν ομοιότητα με σημερινές πολιτικές αποφάσεις και νόμους είναι εντελώς συμπτωματική.

Στο παρόν πόνημά μου απέφυγα επιμελώς να γράψω το ΠΑΡΑΜΙΚΡΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΣΧΟΛΙΟ , άπαντα προκύπτουν από την βιβλιογραφία, από επίσημα έγγραφα και αποφάσεις ,και ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του, για το ποιος πρέπει να ψηφίζει, ως βούλεται.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΕΤΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑ

Ρεαλιστικότερα, τα συνταγματικά κείμενα του Εικοσιένα θα προσπαθήσουν να περιγράψουν το συλλογικό υποκείμενο του υπό διαμόρφωση επαναστατικού κράτους, συμφιλιώνοντας τον θεωρητικό φιλελευθερισμό της τότε διανόησης με την απτή πραγματικότητα ενός αλλά και θρησκευτικού πολέμου, αλλά και με τις πρακτικές ανάγκες της προσέλκυσης έμψυχου δυναμικού στη μαχόμενη επικράτεια

1) Επίσης σύμφωνα με τη «Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος» (Σάλωνα 15/11/1821), «όσοι κάτοικοι της Ελλάδος πιστεύουσιν εις τον Χριστόν είναι Έλληνες» (§1).Το ίδιο και όσοι μετανάστες ή πρόσφυγες στο εξωτερικό, «πατρόθεν ή μητρόθεν ή αμφοτερόθεν από Έλληνας καταγόμενοι», επιστρέψουν στην πατρίδα (§2). Ως Έλληνες θα πολιτογραφούνταν επίσης όσοι χριστιανοί εγκατασταθούν «πέντε χρόνους αδιακόπως εις την Ελλάδα» κι επιδείξουν νομιμόφρονα και ηθική συμπεριφορά, όποιος απ’ αυτούς «κάμνει μεγάλην τινά εκδούλευσιν εις την Ελλάδα», ακόμη και όποιος απλώς «εκχερσώσει γην οκτώ ζευγαρίων και σπείρει αυτήν εις ένα δωδεκάμηνον» (§8). Το ίδιο συνταγματικό κείμενο ξεκαθάριζε, από την άλλη, πως «όσοι κάτοικοι της Ελλάδος δεν πιστεύουν εις τον Χριστόν είναι Μέτοικοι» (§12), με δικαίωμα μεν ακίνητης περιουσίας (§16) και ισότιμη νομική μεταχείριση (§14), ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ (§15).Ίσχυε και στην αρχαία Αθήνα ο όρος Μέτοικος.

2) Το πρώτο πανελλήνιο Σύνταγμα της Επιδαύρου (1/1/1822) αποφάνθηκε επίσης πως «όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις τον Χριστόν εισίν Έλληνες» (§2), παραπέμποντας τα υπόλοιπα στο μέλλον: «Η Διοίκησις θέλει φροντίσει να εκδώση προσεχώς νόμον περί πολιτογραφήσεως των ξένων, όσοι έχουσι την επιθυμίαν να γίνωσιν Έλληνες» (§5).

3) Λεπτομερέστερες ομοειδείς διατάξεις συναντάμε και στο Σύνταγμα που ψήφισε η Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823). Η εντοπιότητα κι η χριστιανοσύνη συμπληρώνονται εδώ με συγκεκριμένους όρους για την πολιτογράφηση «αλλοεθνών», θεσπίζεται δε -για πρώτη και τελευταία φορά- η ελληνοφωνία ως προϋπόθεση της ελληνικότητας: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις τον Χριστόν εισίν Έλληνες και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων. Ομοίως Έλληνες εισί, και των αυτών δικαιωμάτων απολαμβάνουσιν, όσοι έξωθεν ελθόντες και την Ελληνικήν φωνήν πάτριον έχοντες και εις Χριστόν πιστεύοντες ζητήσωσι, παρουσιαζόμενοι εις τοπικήν Ελληνικής Επαρχίας Αρχήν, να εγκαταριθμηθώσι δι’ αυτής εις τους πολίτας Έλληνας» (§2). «Η Διοίκησις πολιτογραφεί αλλοεθνείς κατά τους ακολούθους όρους:

α) Να διατρίψωσι πέντε ολόκληρα έτη και εις το διάστημα τούτο να μην αποδειχθώσι ποτέ εγκληματίαι, και να αποκτήσωσιν εντός του πενταετούς διαστήματος ακίνητα κτήματα εν τη Επικρατεία

β) Τα μεγάλα ανδραγαθήματα και αι σημαντικαί εκδουλεύσεις εις τας χρείας της Πατρίδος, ενούμεναι με την χρηστότητα των ηθών, είναι δικαιώματα ικανά εις πολιτογράφησιν» (§12).

4) Το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827), ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΥ ΘΕΣΠΙΣΕ ΤΗΝ ΑΝΕΞΙΘΡΗΣΚΙΑ, όριζε πάλι πως «Έλληνες είναι:

α) Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις τον Χριστόν

β) Όσοι από τους υπό τον Οθωμανικόν ζυγόν, πιστεύοντες εις Χριστόν, ήλθαν και θα έλθωσιν εις την Ελληνικήν Επικράτειαν, διά να συναγωνισθώσιν ή να κατοικήσωσιν εις αυτήν

γ) Όσοι εις ξένας Επικρατείας είναι γεννημένοι από πατέρα Έλληνα

δ) Όσοι αυτόχθονες και μη, και οι τοιούτων απόγονοι, πολιτογραφηθέντες εις ξένας Επικρατείας προ της δημοσιεύσεως του παρόντος Συντάγματος, έλθωσιν εις την Ελληνικήν Επικράτειαν και ορκισθώσι τον Ελληνικόν όρκον

ε) Όσοι ξένοι έλθωσιν και πολιτογραφηθώσιν» (§6).!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

5) Στο «ηγεμονικό», τέλος, Σύνταγμα του 1832, που ουδέποτε εφαρμόστηκε, συναντάμε τον πρώτο θεσμικό διαχωρισμό των ξενόφερτων χριστιανών αγωνιστών του Εικοσιένα σε ομόδοξους κι ετερόδοξους, με τους πρώτους -«ομογλώσσους και ετερογλώσσους»- να θεωρούνται αυτόματα Έλληνες, ενώ οι δεύτεροι εκ προοιμίου «αλλοεθνείς», πολιτογραφήσιμοι υπό όρους.

Νέοι όροι εφευρίσκονται για να καλύψουν σύγχρονα προβλήματα ή πολιτικές ισορροπίες και επιδιώξεις.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΦΥΛΕΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Στις τότε συνθήκες, Έλληνας θεωρούνταν ως εκ τούτου κάθε ορθόδοξος Βαλκάνιος που βρέθηκε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Στον «Τυχοδιώκτη» του Μιλτιάδη Χουρμούζη (1835), τον κατεξοχήν ίσως καθρέφτη της λαϊκής ιδεολογίας της εποχής για το συγκεκριμένο ζήτημα, μεταξύ των παραγκωνισμένων αγωνιστών που εξεγείρονται κατά του Βαυαρού αντιβασιλιά και των «συντοπιτών», «προστατών» και «φίλων» του δεν περιλαμβάνονται λ.χ. μονάχα ο «Πελοποννήσιος» ή «Δαναός», ο «Τζάκονας», ο αλβανόφωνος «Υδραίος», ο «Στερεοελλαδίτης», ο «Αθηναίος», ο «Χιώτης», ο «Κρητικός» ή ο «Επτανήσιος», αλλά και ο αλλόγλωσσος «Στογιάνκος Βούλγαρης».

Ο κανονισμός ενός νέου συνοικισμού πρόβλεπε, πάλι, ότι μέλη του μπορούσαν να γίνουν πολίτες «ανήκοντες, ως εκ της καταγωγής και της γεννήσεως, εις τας ρηθείσας τρεις Ελληνικάς φυλάς των Θρακών, Βουλγάρων και Σέρβων» (εφ. «Αιών» 10/8/1846).!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Ο ΚΩΛΕΤΤΗΣ στην ιστορική κοινοβουλευτική αγόρευσή του περί Μεγάλης Ιδέας (14/1/1844), θα επιστρατεύσει ως κατεξοχήν εμβληματικό παράδειγμα συμμετοχής στο Εικοσιένα «των εκτός Ελλάδος μεινάντων αδελφών» (και νομιμοποιητική βάση του στόχου της «απελευθερώσεως όλων εν γένει των ομοδόξων Χριστιανών») τον Βελιγραδινό χιλίαρχο «Χατζηχρήστο με τους Βουλγάρους του» (Πρακτικά, σ.190-2). Στη Βουλή του 1844, ο ίδιος ο Χατζηχρήστος Ντάγκοβιτς μετείχε άλλωστε ως πληρεξούσιος των «Βουλγάρων και Θρακοσέρβων» («Αιών» 19/11/1843).!!!!!!!!!!!!!!!!!

Όπως είναι γνωστό, η βασική αντιπαράθεση στην πρώτη μετεπαναστατική Βουλή δεν επικεντρώθηκε στις βασιλικές εξουσίες αλλά στη σύγκρουση των «αυτοχθόνων» (που περιλάμβαναν και όσους ξενομερίτες είχαν καταφύγει στην επαναστατημένη Ελλάδα κατά τη διάρκεια του αγώνα) με τους «ετερόχθονες» ομογενείς που ενέσκηψαν κατόπιν εορτής στο νεοσύστατο βασίλειο και, προικισμένοι συνήθως με υψηλότερη μόρφωση και συναφή τεχνικά προσόντα, εκτόπιζαν εκ του ασφαλούς από τη δημόσια διοίκηση τους επιζήσαντες του Εικοσιένα.

Με τον ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ επιφανέστερο εκπρόσωπο της κινητοποίησης των αυτοχθονιστών, υπήρξε το αποτέλεσμα ο προσωρινός θεσμικός αποκλεισμός των ετεροχθόνων (12/1/1844) από τις δημόσιες υπηρεσίες −μ’ εξαίρεση τον στρατό, τη διπλωματία και την εκπαίδευση, θέσεις που «ο του αγώνος Έλλην δεν δύναται ν’ αναπληρώση».

Το 1835 εγκαινιάζεται και η εξωστρεφής απόφυση αυτών των αντιφάσεων: η πολιτογράφηση από τα ελληνικά προξενεία «ομογενών» δίχως να έχουν πατήσει το πόδι τους στην επικράτεια του νεοσύστατου βασιλείου, «με κριτήρια που δεν διευκρινίζονταν με σαφήνεια και ήταν εκ των προτέρων φανερό ότι παρέκκλιναν από τα προβαλλόμενα κριτήρια των έως τότε ελληνικών νόμων» (Βόγλη 2007, σ.262).

ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΕΙ, το Σύνταγμα του 1844 θα περιοριστεί έτσι σε μια λακωνική ταυτολογία («πολίται είναι όσοι απέκτησαν ή αποκτήσωσι τα χαρακτηριστικά του πολίτου κατά τους Νόμους του Κράτους»), ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΠΟΥ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟΛΕΞΕΙ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΟ 1952.

Καθώς τα χρόνια κυλούσαν και το επεκτατικό όραμα της Μεγάλης Ιδέας εμπεδωνόταν ως συλλογική διαφυγή από την πεζή πραγματικότητα του ανεξάρτητου κρατιδίου, η ανάδυση άλλων εθνικών κινημάτων στα Βαλκάνια θ’ αρχίσει να εκλαμβάνεται σαν «συρρίκνωση» του φανταστικού Ελληνισμού, στον οποίο είχε βασιστεί το όλο αλυτρωτικό σχέδιο:

«Ιδέτε πού κατηντήσαμεν από του 1821 μέχρι σήμερον!», θρηνεί έτσι το 1878 ο Αναστάσιος Βυζάντιος. «Πάσα δεκαετία παρελθούσα περιέκοψε και τας ελπίδας και το γόητρόν μας. […] Τα όρια της ιδανικής Ελλάδος πλησιάζουσι βαθμηδόν προς τα όρια της πραγματικής. Απωλέσαμεν μικρόν κατά μικρόν Σέρβους, Ρωμούνους και Βουλγάρους· και ήδη φευ! κινδυνεύομεν ν’ απωλέσωμεν και τους Αλβανούς, τουτέστι τους θυρωρούς του οίκου μας!» (Έλλη Σκοπετέα, «Το πρότυπον βασίλειον και η Μεγάλη Ιδέα», Αθήνα 1988, σ.335).

ΑΛΛΟΓΕΝΕΙΣ, ΓΗΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΘΕΛΛΗΝΕΣ ΈΛΛΗΝΕΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Η Μεγάλη Ιδέα υλοποιήθηκε, στο μέτρο του δυνατού, μέχρι τον Έβρο, για να ενταφιαστεί κατόπιν, επώδυνα και θεαματικά, στις στάχτες της Σμύρνης. Κάθε στάδιο αυτής της επέκτασης απάντησε στο ερώτημα της ελληνικότητας με τον απλούστερο τρόπο: την αθρόα πολιτογράφηση τόσο των «ομογενών» όσο και των «αλλογενών» κατοίκων των νέων επαρχιών με συνοπτικές διαδικασίες, βάσει των αντίστοιχων διεθνών συνθηκών.

Με μια μικρή διαφορά φάσης, η διαδικασία αυτή είχε και την αντίστροφη όψη της: την αποβολή των ανεπιθύμητων «αλλογενών» από τον εθνικό κορμό, είτε de facto στο πλαίσιο των πολεμικών επιχειρήσεων (1913-1922 και 1946-1949) είτε de jure, μ’ ένα προεδρικό διάταγμα του 1927 και στην συνέχεια (1955 έως1998) το άρθρο 19 του Κώδικα Ιθαγένειας. Σύμφωνα με τα οποία, «Έλληνες υπήκοοι αλλογενείς, εγκαταλιπόντες το Ελληνικόν έδαφος άνευ προθέσεως επανόδου» απέβαλλαν αυτόματα (1927) ή δυνητικά (1955) την ελληνική ιθαγένειά τους με μια απλή διαπιστωτική πράξη του υπουργού Εσωτερικών.

Καθοριστική γι’ αυτή την εκκαθάριση υπήρξε η έννοια του «ΑΛΛΟΓΕΝΟΥΣ» Έλληνα πολίτη, κατ’ αντιδιαστολή προς τον «ομογενή». Σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, «ως αλλογενής νοείται ο καθ’ οιονδήποτε τρόπον αποκτήσας την ελληνικήν ιθαγένειαν, έλκων την καταγωγήν, απωτέραν ή ού, εκ προσώπων ανηκόντων εις διαφορετικήν εθνότητα», ο οποίος «διά των συναφών ενεργειών του και της εν γένει συμπεριφοράς του εξέφρασε αισθήματα μαρτυρούντα έλλειψιν ελληνικής εθνικής συνειδήσεως, εις τρόπον ώστε να μη δύναται να θεωρηθεί αφομοιωθείς εις την ελληνικήν εθνότητα, την οποίαν απαρτίζουν τα συνδεόμενα διά κοινών ιστορικών παραδόσεων, πόθων και ιδανικών πρόσωπα» (ΣτΕ 57/1981· επίσης 59/1981, 61/1981 2756/1983 κ.α.).

Η «έλλειψις ελληνικής συνειδήσεως», λοιπόν, σε συνδυασμό με την καταγωγή «απωτέραν ή ού»- είναι αυτή που θέτει κάποιον Έλληνα πολίτη εκτός τους «γένους» των καθαρών Ελλήνων. Στη σχετική νομολογία συναντάμε βέβαια και αποκλίνουσες ερμηνείες, βασισμένες στο «φυλετικό» αποκλειστικά κριτήριο, δεν αποτελούν όμως επ’ ουδενί τον κανόνα.

Καθολικά αποδεκτή υπήρξε μια άλλη διαχωριστική γραμμή, μεταξύ χριστιανών -ιδίως ορθοδόξων- και αλλοθρήσκων. Αν το Συμβούλιο της Επικρατείας αισθάνεται λ.χ. υποχρεωμένο να τεκμηριώσει το χαρακτηρισμό κάποιου σλαβόφωνου μετανάστη ως «αλλογενούς» με ρητή αναφορά στην εικαζόμενη συνεργασία του με την υπερπόντια «αυτονομιστική “σκοπιανή” κίνηση» (ΣτΕ 4345/1983), οι μουσουλμάνοι ή εβραίοι Έλληνες πολίτες θεωρούνται πάντα εκ προοιμίου «αλλογενείς».

Μόλις το 2018 με εγκύκλιο του ειδικού γραμματέα Ιθαγένειας Λάμπρου Μπαλτσιώτη ξεκαθαρίστηκε οριστικά ότι άνθρωποι γεννημένοι και μεγαλωμένοι στην Ελλάδα, ταξινομημένοι από τις αρχές «ως κατά το θρήσκευμα “αρμένιοι χριστιανοί ορθόδοξοι ή γρηγοριανοί”, “αρμένιοι καθολικοί”, “αρμένιοι διαμαρτυρόμενοι’, “Μελιταίοι ή Μαλτέζοι (καθολικοί)” ή “ισραηλίτες”» πρέπει να θεωρούνται -κι αυτοί- «ομογενείς».

Με το πέρασμα του χρόνου, η υπηρεσιακή διάγνωση της εθνικής συνείδησης θα επιστρατευτεί για την αποβολή ακόμη και ανθρώπων με οφθαλμοφανώς ελληνικές ρίζες. Εν μέσω Κατοχής, το Συμβούλιο Ιθαγένειας αποφάνθηκε λ.χ. ότι «δεν δύναται να θεωρηθεί ομογενής» άτομο ελληνικής μεν καταγωγής, για το οποίο όμως οι αρμόδιες υπηρεσίες «συνάγουν» από τη συμπεριφορά του «ότι δεν έχει Ελληνικήν συνείδησιν» (ΣΙ 444/19.5.1944).

Η υπόθεση αφορούσε έναν Κωνσταντινουπολίτη, τον Περικλή Κ., μόνιμα εγκαταστημένο στην Αθήνα από το 1926, ο οποίος, δίχως ν’ αποποιηθεί την ελληνική υπηκοότητα, είχε αποκτήσει διαδοχικά την αυστριακή και την ιταλική, υπηρέτησε δε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στον αυστριακό στρατό. Αν και ρύθμισε μια καταφανώς ειδική περίπτωση, η γνωμοδότηση αυτή αποτέλεσε κατόπιν σημείο αναφοράς της σχετικής νομολογίας, μέσω της επίκλησής της από μεταπολεμική κανονιστική εγκύκλιο του υπουργείου Εσωτερικών (Γραμμένος 2000, σ.243).

Διαφορετικής τάξης υπήρξαν οι μαζικές αφαιρέσεις της ιθαγένειας πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου (22.366 μεταξύ 1948 και 1963), βάσει του ΛΖ΄ Ψηφίσματος του 1947. Το αξίωμα «κομμουνιστής = μη Έλλην» αποτελούσε πάγιο σύνθημα της μεταπολεμικής κρατικής προπαγάνδας και πολιτικής. Η ιδεολογική του βάση εξευτελίστηκε άλλωστε πλήρως με τη γενίκευση του μέτρου στη διάρκεια της χούντας, σε βάρος κάθε λογής αντιπάλων της.

Αυτές είναι δυο περίοδοι ιδιαίτερης πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα.

Δεν ισχύει το ίδιο για τις σποραδικές αφαιρέσεις ιθαγένειας μετά τη Μεταπολίτευση βάσει του άρθρου 20 του Κώδικα Ιθαγένειας, για «πράξεις ασυμβιβάστους προς την ιδιότητα του Έλληνος και αντιθέτους προς τα συμφέροντα της Ελλάδος». Κι αυτό, παρά την καταφανή αντισυνταγματικότητα της διάταξης, καθώς το ισχύον σύνταγμα απαιτεί για κάτι τέτοιο όχι αφηρημένες «πράξεις» αλλά την ανάληψη συγκεκριμένης «υπηρεσίας εις ξένην χώραν» (§4.3).

Όπως διαβάζουμε σε σχετική εγκύκλιο του υπ. Εσωτερικών (104/1965), για την εφαρμογή της τα ελληνικά προξενεία οφείλουν «να παρακολουθούν την διαγωγήν και δραστηριότητα των Ελλήνων κατοίκων του Εξωτερικού», να εντοπίζουν ποιοι προβαίνουν σε «αντεθνικάς ενεργείας» και να υποβάλλουν «ειδικήν έκθεσιν δι’ έκαστον άτομον» που θεωρούν εξοβελιστέο από τον εθνικό κορμό.

Για το πρώτο μέρος πατήστε εδώ.

Για περισσότερα άρθρα του κ.Παπαδόπουλου πατήστε εδώ.