Τί συνταρακτικό προκύπτει για την Ελλάδα και τις αμυντικές δαπάνες παγκοσμίως;

Του Θεόδωρου Σεμερτζίδη

Οι ιαχές του πολέμου ακούγονται ολοένα και δυνατότερα τις τελευταίες μέρες, με τα διεθνή χρηματιστήρια να διατηρούν μέχρι στιγμής την ψυχραιμία τους. Η σημαντική άνοδος χθες της τιμής του χρυσού, ίσως προεξοφλεί τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή με την εμπλοκή των μεγάλων δυνάμεων.

Πριν από λίγες μέρες, η Κίνα ανακοίνωσε την αύξηση των αμυντικών της δαπανών κατά 8,1%, στα 175 δισ. δολάρια, αισθανόμενη ίσως την αύξηση του γεωπολιτικού ρίσκου σε Κορέα και Μέση Ανατολή. Όμως ο επερχόμενος πόλεμος στη Μέση Ανατολή είχε σχεδιαστεί νωρίτερα ή προκύπτει τυχαία;

Τα στοιχεία

Είναι γνωστή η φράση πως «εάν θέλεις ειρήνη ετοιμάσου για πόλεμο». Σύμφωνα με τα στοιχεία της παγκόσμιας τράπεζας, οι δαπάνες για αμυντικούς σκοπούς ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, καταγράφουν μείωση από το 2009 και μετά, υποχωρώντας στο 2,3% το 2016 από το 2,61% το 2009, όπως διακρίνουμε και στο παρακάτω γράφημα.

Πηγή γραφήματος: World bank

Όπως προκύπτει από στοιχεία του www.globalfirepower.com, οι πρώτες πέντε χώρες με τις μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες παγκοσμίως είναι οι: ΗΠΑ με $647 δισ., η Κίνα με $151 δισ., η Σαουδική Αραβία με $56,7 δισ., η Μεγάλη Βρετανία με 50 δισ., και η Ινδία $47 δισ..

Μπορεί η Ελλάδα να συνεχίζει να βρίσκεται σε κρίση, αλλά αυτό δεν την αποτρέπει στο να διαθέτει σημαντικά ποσά για την άμυνα, όπως σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Όπως προκύπτει από αυτά, οι αμυντικές δαπάνες για την Ευρώπη των 28 ανήλθαν το 2016 στο 1,3% επί του ΑΕΠ, με το ποσοστό αυτό να υποχωρεί στο 1,2% όσο αφορά την ευρωζώνη.

Οι περικοπές δαπανών σε μισθούς και συντάξεις, καθώς και η υπερφολόγηση, δεν εμπόδισαν τον προϋπολογισμό για την άμυνα να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα, καθώς η Ελλάδα μεταξύ των 28 κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει το 2,1% επί του ΑΕΠ της, παραμένοντας στην δεύτερη θέση, πίσω από την Εσθονία με 2,4%, ενώ τρίτη ακολουθεί η Μεγάλη Βρετανία με 2%.

Πηγή γραφήματος: European Union

Πρώτοι και στο ΝΑΤΟ

Σύμφωνα με έκθεση του ΝΑΤΟ που δημοσιεύθηκε στις 29 Ιουνίου του 2017, η Ατλαντική Συμμαχία δείχνει να προετοιμαζόταν για το ενδεχόμενο ενός πολέμου. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την αύξηση των αμυντικών δαπανών των μελών της, καθώς το 2015 οι αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 1,8%, με το ποσοστό αυτό να υπολογίζεται για το 2017 να φθάσει στο 4,3%, όπως παρατηρούμε στο παρακάτω γράφημα. Πραγματικά σημαντική αύξηση για μια περίοδο όπου η παγκόσμια ανάπτυξη είχε βρει τον δρόμο της, και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παρέμειναν χαμηλοί.

Αυτό όμως που προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση στην εν λόγο έκθεση, είναι ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των αμυντικών δαπανών πίσω από τις ΗΠΑ το κατέχει η Ελλάδα με 2,32% (εκτίμηση για το 2017), με τρίτη να ακολουθεί η Εσθονία, και τέταρτη η Μεγάλη Βρετανία, όπως διακρίνουμε στο παρακάτω γράφημα.

Χρηματιστηριακά κέρδη στην αμυντική βιομηχανία

Είναι γνωστό πως το εμπόριο όπλων αποτελεί έναν κερδοφόρο κλάδο παγκοσμίως, και πως άλλωστε να μην αποτελούσε, όταν ο κλάδος αεροδιαστημικής & άμυνας του δείκτη S&P 500 υπέρ αποδίδει, καθώς ενισχύεται από τις αρχές του έτους 7,69% έναντι απωλειών 0,63% του S&P 500, ενώ σε διάστημα τριετίας σημειώνει κέρδη 72,15% έναντι 28,54% του S&P 500.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσοχής που δείχνουν επενδυτές και αναλυτές στον κλάδο της αμυντικής βιομηχανίας, αποτελεί η κινεζική εταιρεία AviChina, η οποία κατασκευάζει εκπαιδευτικά jets και ελικόπτερα, καθώς και οι έντεκα αναλυτές που καλύπτουν την μετοχή της διατηρούν σύσταση αγορά. Η προχθεσινή απόφαση της Κίνας να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες, έδωσε νέα ώθηση στην μετοχή της AviChina (διαπραγματεύεται στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ), η οποία από τον περασμένο Φεβρουάριο ενισχύεται λίγο πάνω από 50%, κλείνοντας (11/4) στα HK$5,47.

Συμπέρασμα

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, η αύξηση των αμυντικών δαπανών από τα μέλη του ΝΑΤΟ, αλλά και από Ελλάδα και Εσθονία τα τελευταία χρόνια, δημιουργούν εύλογες απορίες στο εάν ο (εκτός απροόπτου) πόλεμος στη Συρία είχε σχεδιαστεί προ πολλού από τα κέντρα εξουσίας ή απλώς προέκυψε από τον δογματισμό των μεγάλων δυνάμεων.

  •  
  •  
  •  
  •  
  •