Η βαριά φαινομενολογία του ελληνικού τουρισμού

του Παναγιώτη Κ. Μυλωνά, Οικονομολόγου
Η εξέλιξη του τουριστικού φαινομένου στη χώρα μας, τα τελευταία δεκαπέντε -τουλάχιστον- έτη, με παράθεση μόνο των ποιοτικών κατανομών συχνότητας -παραθετικών τ’ επίθετου “μεγάλος”- με τα δεδομένα των τουριστικών επιτευγμάτων μας, συνιστούν, πράγματι, τα διατυμπανιζόμενα Success Stories, τις “ιστορίες επιτυχίας”, της υπέρμετρης διόγκωσης (ελεφαντίασης) της τουριστικής κίνησης. Ωστόσο, στην αποτύπωση αυτή, απουσιάζει παντελώς η αντικειμενική περιγραφή και η ουσιαστική οικονομική απόδοση του ελληνικού τουριστικού μοντέλου που λειτουργούμε, καθώς και η τόσο μεγάλη, επίσης, επιζήμια διαχείρισή του, η οποία και ξεχωρίζει, παγκοσμίως, για τα τέσσερα, τουλάχιστον, χαρακτηριστικά του, που είναι τα ακόλουθα:
α) Η έντονη εποχικότητα του, με την πολύ στενή τουριστική του περίοδο. Και όπου, το 94% του τουριστικού δυναμικού μας είναι αποκλειστικά προσαρτημένο στη θεματική ενότητα του “Ήλιος & Θάλασσα”. Ενώ επίσης, το 60% του τουριστικού Τζίρου του, πραγματοποιείται στο 3ο τρίμηνο κάθε έτους. Έναντι του αντίστοιχου δείκτη, 42% του τουριστικού μοντέλου της Ισπανίας και της Πορτογαλίας και του 38% της Γαλλίας ή και του 46% της Τουρκίας, στο ίδιο πάντα τρίμηνο. Όπως καταγράφηκε και στην περσινή δημοσιευμένη μελέτη του ΙΝ.ΣΕΤΕ…
β) Η επελθούσα μονοκαλλιέργεια παραγωγικού μοντέλου της χώρας, με τη σημειούμενη ήδη, τουριστικοποίηση της εθνικής μας παραγωγής, με όσα άλλα αυτοκαταστροφικά συνεπάγεται η μονομέρεια αυτή. Όπως εξωθήθηκε με τις τουριστικές επενδύσεις που σημειώθηκαν όλα τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας και οι οποίες περιγράφονται στο άρθρο που επικολλώ εδώ με το σύνδεσμο που ακολουθεί:
γ) Ο δομικός, πλέον, παρασιτισμός λειτουργίας του τουριστικού μοντέλου που διακονούμε. Και όπου, πλέον του 75% του συνολικού τουριστικού τζίρου της χώρας, επανεξάγεται, για εισαγωγές αγαθών που χτίζουν το προσφερόμενο τουριστικό προϊόν. Ενώ, επίσης, η αδυναμία του αγροτροφοδοτικού τομέα να καλύψει μερικώς μόνο τις διατροφικές ανάγκες του γηγενούς πληθυσμού, συνεπάγεται ότι, κάθε νέα μονάδα τουρισμού, που προστίθεται από τις εκρηκτικές τουριστικές υπερεπενδύσεις που διαιωνίζονται ασταμάτητα, θα καλύπτουν το 100% των αναγκών τους μόνο από εισαγωγές. Και
δ) Το χαρακτηριστικά υποτιμολογημένο προϊόν του τουρισμού που προσφέρουμε, προϊδεάζει σε πολύχρονη επιζήμια λειτουργία του τουριστικού κλάδου, χρονικής διάρκειας μεγαλύτερης της τελευταίας 15ετίας. Γεγονός που δεν συνάδει με την εκρηκτική συμμόρφωση των τουριστικών μας επενδύσεων στην ίδια χρονική περίοδο. Και η αξιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας του τουριστικού κλάδου καταφαίνεται και από το άρθρο που επικολλώ εδώ με το σύνδεσμο που έπεται:
Τα χαρακτηριστικά αυτά τ’ ελληνικού τουρισμού, μαζί και με την παγίδευσή του απ’ τα Καρτέλ των γερμανικών Tour Operatorς (βλέπετε TUI), είναι όσα ευθύνονται για τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας στον τουριστικό κλάδο και για το ακραία μη βιώσιμο της οικονομικής απόδοσης και της διαχειριστικής του λειτουργίας, που απειλεί με νέα χρεοκοπία και την ίδια τη χώρα.
Πιο αναλυτικά σχετικά, είναι και τα άρθρα που επικολλώ με το σύνδεσμο της ανάρτησης που έπεται ακολούθως εδώ:

