Μετά το τέλος των εορτασμών από την ελληνική επανάσταση του 1821

Του Θοδωρή Παπαδόπουλου*

«Το έθνος που επιτρέπει στον εαυτό του να αναλύει με γενναιότητα τα λάθη του μπορεί να ελπίζει σ’ ένα καλύτερο μέλλον».

Γεβγένι Γεφτουσένκο (18 Ιουλίου 1932 – 1η Απριλίου 2017)

Η έκρηξη της πανδημίας δεν έδωσε τη δυνατότητα στην οργανωμένη πολιτεία να προσδώσει την απαραίτητη αίγλη, ούτε στους πολίτες να συμμετέχουν ενεργά, στους επετειακούς εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την έκρηξη της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης του 1821.

Δε νομίζω βέβαια, ότι θα λείψουν από κανέναν εκδηλώσεις γκλαμουριάς, η συμμετοχή σε παρελάσεις, οι βαθυστόχαστες αναλύσεις επισήμων και οι υποκειμενικές προσεγγίσεις των διαχρονικών μηνυμάτων της επανάστασης μέσα από το πρίσμα της ιδεολογικής προσέγγισης του καθενός.

Ούτε θα μας λείψουν οι προβαλλόμενες μιντιακά περσόνες, δημοσιοσχεσίτες με προϋπηρεσία στην ανάληψη επετειακών εκδηλώσεων που θα προσφέρουν αντί για άρτο, θέαμα στο πόπολο.

Ούτε επίσης θα μας λείψουν διάφοροι δεκάρικοι που εκφωνούνται από κάποιους για επίδειξη γνώσεων με γλαφυρότητα, με ατάκες, με αναφορές σε ρήσεις μεγάλων ανδρών, ή από συνήθεια σε κάθε επετειακή εκδήλωση και που φυσικά είναι αναντίστοιχο το κείμενο με τον εκφωνούντα.

Δε θεωρώ ότι θα μας λείψουν οι φουστανέλες, τα δημοτικά τραγούδια, οι εξιστορήσεις ηρωικών γεγονότων του παρελθόντος που θα προβάλουν, μονοδιάστατα, τη μισή αλήθεια, αυτή της ιδεαλιστικής αυτοθυσίας των πολλών, αποκρύπτοντας την άλλη μισή. Των γεγονότων της προδοσίας, των εμφυλίων συρράξεων, της ξενολατρείας, του κοτζαμπασισμού, της θρησκοληψίας, και του ραγιαδισμού.

Αποτελώντας ιστορική συνέχεια εκείνης της γενιάς, νομίζω έχουμε χάσει την επαφή μας με την παράδοσή και τα έθιμά μας. Όσον αφορά την Ιστορία, στο χέρι μας είναι να τη γνωρίζουμε και να την ερευνούμε. Να μην καταπίνουμε αμάσητο ό,τι μας σερβίρεται. Και να θυμόμαστε πάντα ότι η αυτοθυσία αφορά τους πολλούς που και σήμερα παραμένουν άγνωστοι, μεταξύ αγνώστων ηρώων που με το αίμα τους μας πρόσφεραν τη λευτεριά που τόσο δεδομένη θεωρούμε σήμερα.

Για αυτό και θεωρώ ότι το σπουδαιότερο μνημείο που και σήμερα πρέπει να τιμούμε είναι αυτό του «Άγνωστου Στρατιώτη» κι ας κατασκευάστηκε έναν αιώνα αργότερα από την επανάσταση, σε εντελώς διαφορετική συγκυρία, (Την ημέρα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου του 1932 αποδίδεται στην πόλη της Αθήνας το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. από τον Εθνάρχη Ε. Βενιζέλο) καθώς και το σύνολο των μνημείων που τιμούν τον αγώνα της Εθνικής Αντίστασης, της κάθε εθνικής αντίστασης, και κάθε μορφής.

Με λίγα λόγια δεν θα μας λείψουν τα ανούσια, επετειακού χαρακτήρα, πανηγύρια, αλλά θα έπρεπε να μας λείπει και να αναζητούμε την ουσία. Και η ουσία αφορά τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή ενός έθνους. Την αυτοκριτική για το παρελθόν και τον σχεδιασμό για το μέλλον.

Άλλωστε τι νόημα θα είχε η γνώση της ιστορίας αν δεν διδασκόμεθα από τα λάθη του παρελθόντος ώστε να μην τα επαναλάβουμε στο μέλλον;

Η αυτοκριτική για το παρελθόν για να είναι γόνιμη, πρέπει να εστιάζει σε μετρήσιμους στόχους ερωτήματα για το μέλλον.

Όπως:

-Νικήσαμε ως λαός τον κοτζαμπασισμό ή έχουμε συμβιβαστεί με αυτόν;

-Απαλλαγήκαμε από εξαρτήσεις του «εξωτερικού παράγοντα»;

-Δημιουργήσαμε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δικαίου ή ακόμη και σήμερα δεν είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στους νόμους;

-Χτίσαμε ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα;

-Εκσυγχρονίσαμε τη δημόσια διοίκηση;

-Δημιουργήσαμε σύγχρονες και άρτια τεχνολογικά εξοπλισμένες ένοπλες δυνάμεις;

-Δημιουργήσαμε προϋποθέσεις για επίλυση του δημογραφικού προβλήματος;

-Διαμορφώσαμε ένα σύγχρονο παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας;

-Θωρακίσαμε τη Δημοκρατία ώστε να μην κινδυνεύει από τον κάθε λογής εφιάλτη ;

-Ξεπεράσαμε τα εμφυλιοπολεμικά πάθη και την αγωνιώδη αναζήτηση του «εσωτερικού εχθρού» ή θα συνεχίζουμε, μόνοι μας, να βγάζουμε τα μάτια μας;

-Διαπαιδαγωγήσαμε τον λαό μας με όλες εκείνες τις ηθικές αξίες της φιλοπατρίας ,της ανιδιοτέλειας, της αλληλεγγύης, κλπ.;

Αν έχουμε απαντήσει θετικά στα παραπάνω ερωτήματα τότε έχουν εκπληρωθεί οι στόχοι της επανάστασής

Αν όχι οφείλουμε να επανατοποθετηθούμε και να αναλογιστούμε και να αναστοχαστούμε τι κάναμε λάθος ώστε με την καλόπιστη κριτική να διορθώσουμε την πορεία μας σαν λαός και σαν έθνος.

Διότι όλα τα παραπάνω δικαιώματα – υποχρεώσεις δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένα.

Τέλος, οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι πέρα από τον ηρωισμό των πολλών και την επίδραση του νεοελληνικού διαφωτισμού των λίγων και «φωτισμένων», μεταξύ των άλλων, η γεωπολιτική είναι και αυτή που γέννησε την Πατρίδα μας.

Και η γεωπολιτική θα την κρατήσει στη ζωή, αρκεί να την καταστήσουμε ως βασικό εργαλείο ανάλυσης και να κάνουμε αυτά που πρέπει.

Τότε θα έχουμε ωριμάσει ως έθνος και θα έχουμε μέλλον ως λαός.

Στο χέρι μας είναι, αλλά αυτό δεν θα μας το πουν στις ειδήσεις των οκτώ.

*Αντιπτέραρχος (Ι) εα