Οι συνέπειες του πολέμου στην Υεμένη για την Σαουδική Αραβία

Αναμφίβολα η εξέλιξη του πολέμου στην Υεμένη είναι δυσάρεστη για την κυβέρνηση του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας (ΒΣΑ) και το de facto ηγέτη της, πρίγκιπα-διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.

Από το 2015 το ΒΣΑ αντιμετωπίζει τις συνέπειες του μακροχρόνιου πολέμου (σε συνθήκες επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της χώρας),καθώς ηγείται της επέμβασης ενός Αραβοισλαμικού Συνασπισμού κρατών, ο οποίος, με την προκλητική στήριξη της Δύσης, επιδιώκει να εκδιώξει από την πρωτεύουσα Σαναά και άλλων σημαντικών τμημάτων και ακτογραμμών της χώρας , το Σιιτικό-φιλοιρανικό κίνημα Ανσάρ Αλλάχ (Χούθι), χωρίς ωστόσο να πετυχαίνει το στόχο του.

Αντίθετα οι επανειλημμένες αποτυχίες του Συνασπισμού να καταλάβει την πόλη Χοντέιντα, αποσταθεροποίησαν τόσο τη συνοχή αυτού, όσο και τη συνοχή της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης του Μανσούρ αλ-Χαντί, την οποία στηρίζει, ενώ σταθεροποίησαν την εξουσία των Χούθι στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας.

Συνακόλουθα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (HAE) μειώνουν τη στρατιωτική τους παρουσία στη χώρα, ενώ στα τέλη Αυγούστου δυνάμεις πιστές στο Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο (STC) κατέλαβαν, χωρίς να έχουν πλήρη κυριαρχία, το Άντεν.

Το STC υποστηρίζεται από τα ΗΑΕ και φιλοδοξεί να επιτύχει τη μέγιστη αυτονομία, αν όχι ανεξαρτησία, της Νοτίου Υεμένης.

Μάλιστα σε μια πρωτοφανή ενέργεια, η αεροπορία των ΗΑΕ βομβάρδισε-εξανάγκασε σε υποχώρηση τις δυνάμεις της επίσημης κυβέρνησης, όταν επιχείρησαν να ανακαταλάβουν το Άντεν.

Παρά την κοινή δήλωση ΒΣΑ-ΗΑΕ στις 8 Σεπτέμβρη, με την οποία παρακινούν την κυβέρνηση της Υεμένης και το STC να τερματίσουν τις διαφορές τους και να επικεντρωθούν, από κοινού μαζί τους, στην αντιμετώπιση των Χούθι, οι διαφορετικές στρατηγικές των δύο μοναρχιών γίνεται όλο και δυσκολότερο να γεφυρωθούν.

Το Άμπου Ντάμπι, ενθαρρυμένο από τις οικονομικές του επιτυχίες, εστιάζει στην παγίωση μιας δικής του σφαίρας επιρροής στα, σημαντικά για την οικονομική του ανάπτυξη, στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Συνεπώς αρκείται στην απλή θωράκιση αυτής απέναντι στους Χούθι, ενώ αρνείται οποιοδήποτε επιρροή στο κίνημα Al-Islah, έκφραση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας (Μ.Α) στην Υεμένη.

Αντίθετα το Ριάντ φαίνεται να έχει συνδέσει την τύχη της ηγεμονικής του θέσης στον Αραβοισλαμικό κόσμο με την αποδυνάμωση της επιρροής του Ιράν στη Μ. Ανατολή.

Ως εκ τούτου αρνείται να συμβιβαστεί με οποιοδήποτε ενδεχόμενο τελεσιδικοποίησης της ισχυρής θέσης των Χούθι στα νότια σύνορα του. Σε αυτά τα πλαίσια καλεί τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση των Σουνιτικών δυνάμεων στην Υεμένη, περιλαμβάνοντας στους συνεργάτες του, ακόμη και τη “μισητή” (υποστηριζόμενη από Τουρκία-Κατάρ) Μ.Α.

Παράλληλα οι Χούθι αναβαθμίζουν τις στρατιωτικές τους ικανότητες.

Οι πετυχημένες επιθέσεις με drones που πραγματοποίησαν το Σάββατο στις εγκαταστάσεις της σαουδαραβικής πετρελαϊκής εταιρείας Aramco, στις επαρχίες Αμπκάικ και Χουράις, επιβεβαιώνουν την ικανότητα τους να μεταφέρουν τον πόλεμο στο εσωτερικό του ΒΣΑ και μάλιστα εις βάρος κρίσιμων πεδίων για την οικονομική ασφάλεια του τελευταίου.

Αναμφίβολα οι ζημίες που προκλήθηκαν στο μεγαλύτερο στον κόσμο εργοστάσιο επεξεργασίας πετρελαίου και σε εγκαταστάσεις στο δεύτερο μεγαλύτερο κοίτασμα πετρελαίου της χώρας, οι οποίες επέβαλαν την διακοπή (για εβδομάδες βάση των πρώτων εκτιμήσεων) κατά το ήμισυ της πετρελαϊκής της παραγωγής, δε μπορούν να αγνοηθούν από τη βασιλική οικογένεια των Σαούδ, η οποία βασίζει την πολιτική της επιβίωση στις πετρελαϊκές εξαγωγές.

Την ίδια ώρα η διακοπή στο μισό της πετρελαϊκής παραγωγής του ΒΣΑ προκάλεσε τη μείωση κατά 5% της παγκόσμιας πετρελαϊκής προσφοράς, εγείροντας φόβους για την άνοδο της τιμής του πετρελαίου από 3 έως 10 $ το βαρέλι τις επόμενες μέρες και την εκτόξευση του ακόμη και στα 100 $, εφόσον οι ζημιές αργήσουν να αποκατασταθούν.

Μεσοπρόθεσμα, ωστόσο, οι κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία φαίνονται περιορισμένοι. Αρκεί φυσικά να επιβεβαιωθεί η ικανότητα λειτουργίας των ΗΠΑ ως παγκόσμιος σταθεροποιητής-παραγωγός του διεθνούς πετρελαϊκού συστήματος, για πρώτη φορά εδώ και 50 περίπου χρόνια, αναπληρώνοντας τις απώλειες στην προσφορά με αύξηση της δικής τους παραγωγής, αλλά και οι προβλέψεις για χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία. Μολαταύτα η στρατηγική σπουδαιότητα του ΒΣΑ, ως εξαγωγέα πετρελαίου, για τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας, δε μπορεί να αγνοηθεί.

Συνεπώς το ενδιαφέρον όλων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για τα τεκταινόμενα στην Υεμένη αναμένεται να πολλαπλασιαστεί.

Τροχιοδεικτικές προς αυτό είναι οι δηλώσεις του υπ. Εξωτερικών των ΗΠΑ Μ. Πομπέο, με τις οποίες προσπάθησε να καταστήσει το Ιράν, όχι τους Χούθι, ως υπεύθυνο για την επίθεση του Σαββάτου, οι άμεσες δηλώσεις στήριξης του Η.Β και της Γαλλίας προς το ΒΣΑ, αλλά και οι απειλές Ιρανών αξιωματούχων ότι οι πύραυλοι της χώρας τους μπορούν να πλήξουν οποιοδήποτε στόχο σε εμβέλεια 2.000 km, οι οποίες συνόδευσαν την κατηγορηματική άρνηση της ευθύνης των επιθέσεων.

Σε κάθε περίπτωση το επόμενο διάστημα θα φανεί εάν οι στρατιωτικές επιτυχίες των Χούθι ωθήσουν τους συμμάχους του ΒΣΑ στην εντονότερη αντιπαράθεση τους με το Ιράν στην περιοχή, όπως εύχεται ο οίκος των Σαούδ, ή θα εξαναγκάσουν κάποιο συμβιβασμό Δύσης-Ιράν, εξαιτίας των κινδύνων που εγκυμονούν για την παγκόσμια οικονομία.

Χουβαρδάς Γιάννης

Πηγή:echedoros-a.gr

  •  
  •  
  •  
  •  
  •