Πόσο εφικτό είναι ένα νέο 1999 στο ελληνικό χρηματιστήριο; Τα δεδομένα τότε και σήμερα

Του Θεόδωρου Σεμερτζίδη

Η κρίση του 2008 που έπληξε την παγκόσμια οικονομία, δεν προμήνυε σε τίποτα αυτό που θα ακολουθούσε στα διεθνή χρηματιστήρια. Η πρωτόγνωρη στήριξη της οικονομίας από τις κεντρικές τράπεζες, παρέχοντας φθηνό κι άφθονο χρήμα, οδήγησαν σε μια άνευ προηγουμένου πολυετή άνοδο των χρηματιστηρίων, με τους δείκτες της Wall Street να πραγματοποιούν ακόμη και σήμερα το ένα ιστορικό ρεκόρ μετά το άλλο.

Στην Ελλάδα, η παγκόσμια κρίση του 2008 δεν αποτέλεσε το εφαλτήριο για την επανεκκίνηση της οικονομίας, αλλά απεναντίας οδήγησε σε μνημόνια, αύξηση του χρέους, και μια πρωτόγνωρη ύφεση εν καιρό ειρήνης. Από το 2010 και μετά, το ελληνικό χρηματιστήριο οδηγήθηκε στην απαξίωση, καταγράφοντας όχι νέο ιστορικό υψηλό, αλλά ιστορικό χαμηλό.

Η λήξη του τρίτου μνημονίου το 2018, και η αλλαγή κυβέρνησης τον Ιούλιο του 2019, δημιούργησαν νέα δεδομένα για την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά. Αξίζει να ρίξουμε μια ματιά, στα κυριότερα μακροοικονομικά και χρηματιστηριακά δεδομένα του τότε (1999) και του σήμερα, έτσι ώστε να διαπιστώσουμε εάν το ελληνικό χρηματιστήριο αναμένεται να ξανά ζήσει στο ορατό μέλλον ανάλογες στιγμές με εκείνες του 1999.

Τα δεδομένα του τότε και του σήμερα

Το ελληνικό ΑΕΠ από τα 237,5 δισ. ευρώ το 2009, υποχώρησε το 2018 στα 184,7 δισ. ευρώ, καταγράφοντας μια μείωση 22,2% μέσα σε εννέα χρόνια, και πραγματοποιώντας αύξηση 2,49% σε σχέση με το 2017, και 2,09% το 2017 σε σχέση με το 2016. Το 1998 το ΑΕΠ ανερχόταν στα 125,26 δισ. ευρώ, το 1999 στα 133,78 δισ. ευρώ, και το 2000 στα 141,24 δισ. ευρώ, όπου αντίστοιχα υπήρξε αύξηση 3,4%, και 4,1%.

Η ανεργία το 1999 ήταν στο 12%, και το 2000 στο 11,3%, ενώ τώρα ανέρχεται στο 16,5% (Νοέμβριος 2019).

Ο δωδεκάμηνος ρυθμός ανόδου του δείκτη ρευστότητας της Ελληνικής οικονομίας Μ4 (ο οποίος περιλαμβάνει το νόμισμα σε κυκλοφορία, τις ιδιωτικές καταθέσεις σε δραχμές και συνάλλαγμα και τις τοποθετήσεις ιδιωτών σε repos, τραπεζικά ομόλογα, Α/Κ διαχείρισης διαθεσίμων και τίτλους του Δημοσίου με διάρκεια ως ένα έτος) διαμορφώθηκε το Νοέμβριο του 2000 σε 12,6%, έναντι 5,5% το Δεκέμβριο του 1999. Η αύξηση του δείκτη Μ4, συνδέεται επίσης με την επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης κυρίως προς τον ιδιωτικό τομέα.

Από την άλλη, σήμερα ο δείκτης Μ3 (δυστυχώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τον δείκτη Μ4) ενισχύθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο 1,68% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, ενώ η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα πραγματοποίησε μείωση 1,5% το 2016, -0,8% το 2017, και -1,1% το 2018. Αντίστοιχα, η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα πραγματοποίησε αύξηση 25,2% το Νοέμβριο του 2000 έναντι 14,2% το Δεκέμβριο του 1999.

Αξίζει να σημειωθεί, πως ένα βασικό συστατικό της ανάπτυξης κάθε οικονομίας αποτελεί ο δείκτης Ακαθάριστου Σχηματισμού Πάγιου Κεφαλαίου (ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου «GFCF» υπολογίζεται αν από τη συνολική αξία των παγίων κεφαλαίων που αποκτώνται από έναν παραγωγό εντός μιας λογιστικής περιόδου αφαιρεθούν τα διαθέσιμα και προστεθούν ορισμένες συγκεκριμένες δαπάνες, οι οποίες αυξάνουν την αξία των μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων). Ο εν λόγω δείκτης, κατά την περίοδο 2008-2014 ήταν αρνητικός, για να καταγράψει εκ νέου πτώση 12,2% το 2018.

Εάν πραγματικά ως χώρα θέλουμε να καταγράψουμε σημαντικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, θα πρέπει ο δείκτης Ακαθάριστου Σχηματισμού Πάγιου Κεφαλαίου να αρχίζει να καταγράφει πάλι θετικούς ρυθμούς επί σειρά ετών. Σε αντίθετη περίπτωση, θα διατηρείται η ισχνή ανάπτυξη, η υψηλή ανεργία, και οι χαμηλοί μισθοί.

Το ελληνικό χρηματιστήριο τότε και σήμερα

«Το Χρηματιστήριο είναι ένας θεσμός σημαντικός για την πρόοδο της οικονομίας, είναι ένας θεσμός, ο οποίος εξυπηρετεί την οικονομία» (Κ.Σημίτης, 5/9/99, συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ).

Σε κάθε σοβαρή οικονομία, το χρηματιστήριο αποτελεί πυλώνα ανάπτυξης για τις εταιρείες, καθώς μέσα από αυτό μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια με σκοπό την χρηματοδότηση των επενδύσεων τους, ενώ οι επενδυτές μέσω της αγοράς μετοχών ευελπιστούν σε μια καλύτερη ετήσια απόδοση από αυτή της προθεσμιακής κατάθεσης.

Υπάρχουν βέβαια και χρηματιστήρια χωρών, των οποίων θαμώνες είναι οι σπεκουλαδόροι, και προσελκύουν περιστασιακούς «επενδυτές». Ένα μέτρο σύγκρισης του τότε με το τώρα, αποτελεί η κεφαλαιοποίηση προς το ΑΕΠ.

Η κεφαλαιοποίηση του ελληνικού χρηματιστηρίου προς το ΑΕΠ βρισκόταν το 1999 στο 169,4%, και στο 98% το 2000, ενώ σήμερα βρίσκεται στο 34%. Σημαντικά μεγάλη διαφορά μεταξύ του τότε και του σήμερα, με τις προοπτικές να παραμένουν (όπως θα δούμε παρακάτω) θετικές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του παροξυσμού που είχε καταβάλει τότε την πλειοψηφία των Ελλήνων, αποτελούν οι νέες μερίδες επενδυτών οι οποίες το 1999 έφθασαν στο 1.103.669, ενώ για το 2019 αυτές ανήλθαν μόλις στις 9.207! Δηλαδή, ξαφνικά το χρηματιστήριο από ένα αριστοκρατικό σπορ, έγινε λαϊκό σπορ!

Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε, πως οι καταθέσεις τον Δεκέμβριο του 1998 ανέρχονταν στα 57,05 δισ. ευρώ (στοιχεία Τράπεζας Ελλάδος), το 1999 στα 63,76 δισ. ευρώ, και το 2000 στα 64,87 δισ. ευρώ, ενώ τον Δεκέμβριο του 2018 ανέρχονταν στα 134,48 δισ. ευρώ, και τον Ιούνιο του 2019 στα 136,93 δισ. ευρώ (στοιχεία Τράπεζας Ελλάδος).

Θα μπορούσε εύλογα να διερωτηθεί κάποιος, πως αφού σήμερα οι καταθέσεις είναι σημαντικά υψηλότερες από τότε, ένα σημαντικό μέρος αυτών δεν μετατοπίζεται προς το ελληνικό χρηματιστήριο. Όπως θα δούμε παρακάτω, κάτι τέτοιο είναι πολύ πιθανό να πραγματοποιηθεί, ας μην ξεχνάμε όμως ότι κατά την διάρκεια των είκοσι ετών (1999-2019) το σύνολο των δανείων (καταναλωτικά, στεγαστικά, επιχειρηματικά) αυξήθηκε σημαντικά. Για παράδειγμα, τα υπόλοιπα δανείων (προ προβλέψεων) ανέρχονταν τον Δεκέμβριο του 2002 στα 88,12 δισ. ευρώ, για να φθάσουν τον Σεπτέμβριο του 2019 στα 169,33 δισ. ευρώ (Ελληνικό Τραπεζικό Ινστιτούτο).

Ένα επίσης σημαντικό στατιστικό, αποτελεί και ο αριθμός των εταιρειών που εισήχθηκαν τότε. Πιο συγκεκριμένα, το 1998 εισήχθησαν 24 νέες εταιρείες, με τα αντληθέντα κεφάλαια να ανέρχονται στα 1,15 δισ. ευρώ (ισοτιμία 340,75 δρχ.), το 1999 εισήχθησαν 42 εταιρείες, με τα αντληθέντα κεφάλαια στα 1,84 δισ. ευρώ, και το 2000 εισήχθησαν 48 εταιρείες, με τα αντληθέντα κεφάλαια στα 2,55 δισ. ευρώ. Όπως γίνεται αντιληπτό, υπό τις παρούσες συνθήκες το ελληνικό χρηματιστήριο υπολείπεται σημαντικά της αίγλης που είχε πριν από είκοσι χρόνια.

Οι προοπτικές

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, μέσα στο 2020 αναμένεται οι αγορές ελληνικών μετοχών και ομολόγων από εγχώρια κεφάλαια να φθάσουν έως και το ένα δισεκατομμύριο ευρώ, αποτελώντας μια σημαντική ένεση για το ελληνικό χρηματιστήριο.

Οι σχεδόν μηδενικοί τόκοι στις προθεσμιακές καταθέσεις, καθώς και η αύξηση των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, αλλά και του ενεργητικού των Ταμείων Επαγγελματικής ασφάλισης, αναμένεται να οδηγήσουν σημαντική ρευστότητα προς τις ελληνικές μετοχές και τα ομόλογα, κυρίως μέσω των αμοιβαίων κεφαλαίων.

Αξίζει να σημειώσουμε, πως το ενεργητικό των αμοιβαίων κεφαλαίων ανερχόταν στις 13/02 στα 8,37 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 37,51% αποτελούσαν τα ομολογιακά, το 23,23% τα μικτά, το 16,57% τα μετοχικά, και το 4,10% τα ΑΚΧΑ(Δ/Δ).

Όπως εύλογα αντιλαμβάνεται κάποιος, εάν πραγματικά επαληθευτούν οι παραπάνω προβλέψεις, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, τότε το ελληνικό χρηματιστήριο αναμένεται να οδηγηθεί προς υψηλότερα επίπεδα.

Συμπέρασμα

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, το ελληνικό χρηματιστήριο απέχει ακόμη αρκετά από την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το 1998 και 1999, αλλά δεν βρίσκεται όμως και σε αυτή του Μαίου του 2012, και του Φεβρουαρίου του 2016, με τις προοπτικές μετά από μια δεκαετία να είναι θετικές.

Μια βασική διαφορά, θα μπορούσε να πει κανείς, είναι ότι ο μέσος Έλληνας επενδυτής είναι πολύ περισσότερο πληροφορημένος από τότε, πολύ πιο έμπειρος, και πολύ πιο επιλεκτικός στις επιλογές του. Στα παραπάνω, έχει συντελέσει το «μάθημα» του 1999, καθώς η πληροφόρηση που παρέχεται μέσω του διαδικτύου.

Αξίζει προτού ολοκληρώσουμε, να ρίξουμε μια ματιά και στον Συνολικής Απόδοσης Γενικό Δείκτη, ο οποίος προσεγγίζει εκείνο του 1999. Όπως διακρίνουμε, από το υψηλό των 6.593 μονάδων τον Νοέμβριο του 2007, υποχώρησε τον Ιούνιο του 2012 στο χαμηλό των 655,97 μονάδων, σημειώνοντας νέο ιστορικό χαμηλό τον Φεβρουάριο του 2016 στις 626 μονάδες, για να ξεκινήσει έκτοτε η ανοδική του πορεία. Ο «χρυσός σταυρός» που δημιουργήθηκε τον περασμένο Ιούλιο, έθεσε μεσομακροπρόθεσμα τον δείκτη σε ανοδική πορεία, με την πρώτη αντίσταση να βρίσκεται στις 2.017 μονάδες.

Το τι μέλει γενέσθαι αναμένεται να το δούμε στο χρηματιστηριακό ταμπλό. Εξάλλου, οι αγορές πάντα κρύβουν εκπλήξεις, άλλοτε ευχάριστες κι άλλοτε δυσάρεστες.

Πηγές

www.athexgroup.gr (ΑξίαNumbers, ΗΔΤ)

www.hcmc.gr (Ετήσια Έκθεση 2000)

Στέφανος Κοτζαμάνης (Εγχώρια «καύσιμα» €1 δισ. για μετοχές και ομόλογα)

Υπουργείο Οικονομικών

www.tradingeconomics.com

ΕΛΣΤΑΤ

Ένωση Θεσμικών Επενδυτών

ΕΤΙ (Ελληνικό Τραπεζικό Ινστιτούτο)

www.kathimerini.gr

  •  
    123
    Shares
  •  
  •  
  • 123
  •