Λεπτομέρειες για τα βασανιστήρια και τις κακοποιήσεις από την τουρκική αστυνομία

Οι τρομακτικές λεπτομέρειες των βασανιστηρίων και της κακοποίησης που διαπράχθηκαν από την τουρκική αστυνομία σε μια άγνωστη περιοχή το 2016, αποκαλύφθηκαν κατά τη μαρτυρία ενός θύματος ο οποίος είπε την ιστορία του για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της δίκης του.

Ο κ. Νετζίπ Ερκούλ, ο οποίος εργάστηκε ως εμπειρογνώμονας στο εγκληματικό εργαστήριο του Τμήματος Ιατροδικαστικής της Χωροφυλακής, μίλησε για τα βάναυσα βασανιστήρια που είχε υποστεί ή στα οποία υπήρξε μάρτυρας, κατά τη διάρκεια της κράτησής του σε αθλητική αίθουσα που μετατράπηκε σε παράνομο κέντρο κράτησης εκατοντάδων κρατουμένων το καλοκαίρι του 2016.

Κατάφερε περάσουν στα πρακτικά του δικαστηρίου οι λεπτομέρειες της ταλαιπωρίας που υπέστη σε μια άγνωστη περιοχή που βρισκόταν στην καρδιά της τουρκικής πρωτεύουσας. Αν και στο παρελθόν πυροβολήθηκε δύο φορές προσπαθώντας να προστατεύσει τις εγκαταστάσεις της Γενικής Διοίκησης Στρατοχωροφυλακής ενάντια σε αυτό που θεωρούσε τρομοκρατική επίθεση, πολλοί αξιωματούχοι ασφάλειας τον κλώτσησαν και τον άφησαν να πεθάνει στο πάτωμα της αθλητικής αίθουσας. Του αρνήθηκε την άμεση ιατρική περίθαλψη που χρειάστηκε επειγόντως. Η αστυνομία απρόθυμα του επέτρεψε να μεταφερθεί τελικά σε νοσοκομείο, αλλά να επιστρέψμετά εσπευσμένα μετά την επέμβαση, τον μετέφεραν και πάλι στην άγνωστη τοποθεσία.

Επανειλημμένα πίστεψε πως θα πεθάνει, αλλά με θαυμαστό τρόπο επέζησε για να πει την ιστορία του στον κόσμο που θα ακούσει και να δώσει τρομερές λεπτομέρειες όχι μόνο για τη δοκιμασία του αλλά και για τις παρατηρήσεις του από τη άγνωστη περιοχή όπου πολλοί βασανίστηκαν, σε μια καταφανή παραβίαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διεθνείς συμβάσεις για τα δικαιώματα, από την κυβέρνηση του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν .

Ανακαλώντας είπε : “Με πυροβόλησαν στην πλάτη και στο πόδι. Ήμουν γεμάτος αίματα. Θραύσματα υπήρχαν ακόμη μέσα στο πόδι και στην πλάτη μου, ενώ ένα κομμάτι από τη σάρκα του ποδιού μου κρεμόταν” και πρόσθεσε πως “δεν είχα καν τη δύναμη να αναπνεύσω”.

Τότε τον πλησίασε ο στρατηγός Αχμέτ Χατζόγλου την ώρα που εκείνος βρισκόταν κάτω. Ο Ερκουλ περίμενε να του συμπεριφερθούν σαν ήρωα, καθώς τον είχαν πυροβολήσει την ώρα που αυτός προσπαθούσε να προστατέψει τη βάση από αγνώστους επιτιθέμενους. Αυτό ήταν που τον είχαν εκπαιδεύσει να κάνει ως στρατιώτης.

Σημειώνει πως “Περίμενα συγχαρητήρια από εκείνον καθώς είχα πυροβοληθεί ενώ προστάτευα το αρχηγείο της στρατοχωροφυλακής ενάντια σε μία τρομοκρατική επίθεση. Άρχισε να με βρίζει. Ένιωσα σα να με πυροβολούν για τρίτη φορά.” Και καθώς προσπάθησε να εξηγήσει τι συνέβη, ο Χατζήογλου τον χτύπησε στο κεφάλι και στο πρόσωπο και αργότερα τον κλώτσησε στο πόδι. Οπως ανέφερε ένα τμήμα της σάρκας μού κρεμόταν από το πόδι μου, η πλάτη μου άρχισε να πονάει ακόμα περισσότερο και τα σπασμένα μου κόκκαλα κολλούσαν πάνω στη σάρκα”.
Οι αξιωματικοί γύρω του άρπαξαν ότι πολύτιμο είχε, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών του καρτών και μετρητών. Παρά τις επανειλημμένες προτάσεις που υπέβαλε στο γραφείο του εισαγγελέα και στο δικαστήριο ποτέ δεν ανέκτησε ξανά τα εν λόγω αγαθά .

Ο Ερκουλ είπε στον δικαστή : “Χτυπημένος με μπουνιές και κλωτσιές από την αστυνομία, με μετέφεραν σε ένα βαν των ΜΑΤ, ενώ εγώ είχα πληγές από σφαίρες και θραύσματα στο σώμα μου. Ένας νέος αστυνομικός με χτύπησε σκληρά και μου έσπασε το κεφάλι. Οι κλωτσιές και γροθιές συνεχίστηκαν στο εσωτερικό του οχήματος αναγκάστηκα να περπατήσω προς το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος καθώς είχα μπει από την πίσω πόρτα….. Ένας αστυνομικός εκεί, άρπαξε το ρολόι Casio PRW-2500T Pro Trek που ήταν δώρο του αδελφού μου και το πήρε σαν να ήταν λάφυρο πολέμου, χωρίς καμία απολύτως διαδικασία. Δεν ξέρω τι συνέβη σε αυτό το ρολόι. Ένας άλλος αξιωματικός ήθελε να βάλει το τσιγάρο πάνω στο σώμα μου αλλά οι άλλοι τον εμπόδισαν.”

Υπήρχαν άλλοι δύο στρατιωτικοί στο όχημα. Όταν το όχημα έφτασε στον αστυνομικό σταθμό τους έσπρωξαν έξω από αυτό. Οι αστυνομικοί κλωτσούσαν και χτυπούσαν τους στρατιώτες καθώς αυτοί μετακινούνταν προς το αστυνομικό τμήμα. Ο Ερκουλ δεν μπορούσε να περπατήσει καθώς ήταν σοβαρά τραυματισμένος και τότε δύο αξιωματικοί της αστυνομίας τον άρπαξαν και τον μετέφεραν ως το πάτωμα στην είσοδο του Α.Τ.
Γύρω μου υπήρχαν αστυνομικοί. Πήραν τα άρβυλα μου. Καθώς είχαν πυροβοληθεί και σε εκείνο το πόδι ένα κομμάτι σάρκας από το δάχτυλο ξηλώθηκε. Και ενώ βρισκόμουν εκεί σε μία αναίσθητη κατάσταση, γυναίκες αστυνομικοί παρότρυναν τους συναδέλφους τους να με σκοτώσουν. Ντουζίνες από αστυνομικούς βρίσκονταν γύρω μου, άλλοι γελώντας και άλλοι φωτογραφίζοντας με.

Και καθώς τελείωνε η αναπνοή του ξαπλωμένος στο έδαφος με τα μάτια του λίγο ανοιχτά, μία γυναίκα των Πρώτων Βοηθειών εμφανίστηκε στο αστυνομικό τμήμα και είπε ότι ο Ερκουλ, θα έπρεπε να μεταφερθεί επειγόντως στο νοσοκομείο. Αστυνομικός διευθυντής της είπε να τον περιθάλψουν εκεί στο πάτωμα του σταθμού. Είχαν μεταξύ τους τότε μία διένεξη αλλά τελικά ο αστυνομικός διευθυντής, το επέτρεψε στη γυναίκα, ιδίως όταν εκείνη του είπε ότι θα πεθάνει σύντομα αν δεν μεταφερθεί στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο.

Τα χειρότερα όμως για κείνον τώρα ερχόταν καθώς τα βασανιστήρια και παρενόχληση στην άγνωστη περιοχή ήταν άγρια. “με τα ρούχα που φορούσα από το νοσοκομείο με άφησαν στο πάτωμα του αθλητικού χώρου δίπλα σε στύλ για το δίχτυ του βόλεϊ. Το δεξί μου πόδι ήταν ακόμη σε γύψο Και στην πλάτη μου είχα επιδέσμους παντού. κύριε πρόεδρε εννοώ ότι με πήραν από την μονάδα εντατικής παρακολούθησης και Με έβαλαν κάτω στο πάτωμα με τα ρούχα από το νοσοκομείο χωρίς κανένα απολύτως μέτρο προφύλαξης για την υγεία μου. Το πάτωμα είχε γεμίσει από το αίμα μου που έτρεχε από την πλάτη. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ από τον πόνο σε όλο το σώμα μου και από τα τραύματα. Με άρπαξαν από την εντατική ενώ πεινούσα και διψούσα χωρίς να μου δώσουν καθόλου νερό η τροφή”.

Γύρω στις 18 Ιουλίου η κατάσταση του χειροτέρεψε. Κατέρρευσε εντελώς και έχασε κάθε θέληση για ζωή. ” Πάλευα να αναπνεύσω ενώ ήμουν παράλυτος. Έμαθα αργότερα από έναν αστυνομικό ότι το πρόσωπό μου έχει γίνει κίτρινο ότι και ότι η αστυνομία πιστεύοντας πως είχα πεθάνει κάλεσε ασθενοφόρο”. Ο Ερκουλ είπε στο δικαστήριο στο νοσοκομείο αντιμετώπισε και μία απόπειρα λιντσαρίσματος από έναν όχλο που βρισκόταν εκεί. Μετά από τη θεραπεία τον έστειλαν πάλι πίσω στην αθλητική αίθουσα. “Είδα εκεί εκατοντάδες κρατούμενος να φοράνε τα εσώρουχά τους, κάποιοι από αυτούς είχαν χειροπέδες στα χέρια τους ενώ ήταν παστωμένοι σαν τις σαρδέλες. Κάποιοι ήταν πραγματικά αιμόφυρτοι , ενώ άλλοι είχαν μώλωπες γύρω από τα μάτια τους ή άλλα μέρη του σώματός τους. Ακόμη και τώρα ακούω συνέχεια τα κλάματα των ανθρώπων που τους έδερναν και τους βασάνιζαν. Το πάτωμα ήταν γεμάτο από το αίμα και βρωμιές” είπε στο δικαστήριο. Καθώς ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα όλοι όσοι ερχόταν αστυνομικοί οι πολίτες τον ανέκριναν και τον προσέβαλαν. Κάθε φορά που κοιμόταν κάποιος με κλωτσιές και ξυλοδαρμούς τον ξυπνούσε αποφασισμένος να του στερήσει τον ύπνο. Όπως είπε “με προειδοποίησαν ότι εκεί δεν ήταν ξενοδοχείο και με διέταξαν να μην κοιμάμαι”.

Η αστυνομία συχνά διέταζε τους κρατούμενους να κοιτάνε προς τα πάνω και κάτω με ταχύτατες εναλλαγές με τρόπους να τους παρενοχλήσει, κάτι το οποίο υπέστη και ο ίδιος.

Αστυνομικός διευθυντής ονόματι Βεισέλ, κλωτσούσε τους ανθρώπους στο πρόσωπο, ανθρώπους που είχαν επιλέγει για μία περίοδο βασανιστηρίων. Αστυνομικός ονόματι Έτσι, με κακοποιούσε και με κλωτσούσε. Μάλιστα αυτός απείλησε άλλους αστυνομικούς που ήταν απρόθυμοι σε κάτι τέτοιο, λέγοντάς τους πως θα έχουν την ίδια μοίρα αν δεν έκαναν το ίδιο στους στρατιωτικούς που ήταν στην αίθουσα.

Πηγή:tourkikanea.gr

  •  
  •  
  •  
  •  
  •