Στη ζώνη του λυκόφωτος των μνημονίων: Αξιολόγηση και απολογισμός (Μέρος 4ο)

του Οικονομολόγου, Παναγιώτη (Τάκη) Μυλωνά.

Ακόμα σκαλίζει, επώδυνα, την πυορροούσα πληγή μας, η συμπλήρωση των εννέα χρόνων απ’ την ψήφιση του πρώτου, απ’ τα 3 Μνημόνια. Καθώς κι η θύελλα των αντιδράσεων που ακολούθησαν την ψήφισή του -κι ανέκοψε, δυο μέρες μετά την ψήφισή του 1ου Μνημονίου, η απίστευτη τραγωδία της 6ης Μαΐου του 2010- θα παραμείνει άσβεστη στην μνήμη μας. Παγώνει από ανατριχίλα κανείς μόνο με την εξιστόρηση του ιστορικού της φρίκης, με τους τρεις (συν ένα) νεκρούς της MARFIN, απ’ την εφιαλτική πυρκαγιά που έβαλαν οι κουκουλοφόροι στην οδό Σταδίου.

Μα οι «Συμβάσεις Δανειακής Διευκόλυνσης της Ελλάδας», των Μνημονίων, με τα αιματηρά οικονομικά Μέτρα που περιείχαν, υπήρξαν πλήρως ατελέσφορες, αφού αποσκοπούσαν μόνο στη διασφάλιση των πρόσκαιρων συμφερόντων των πιστωτών, για τα δυσθεώρητα Δάνεια των εκατοντάδων δις Ευρώ, απ’ τις χώρες του Ευρώ και του Δ.Ν.Τ.. Μέτρα, με αυστηρότατους όρους επιτήρησης, με «εσωτερική υποτίμηση» και με πολιτικές λιτότητας, που τις ονόμασαν «μεταρρυθμίσεις». Ενώ αυτές, εξαντλούνταν, κυρίως, στην αιματηρή εισοδηματική πολιτική, στους μισθούς, στις συντάξεις και στη φοροεισπρακτική αφαίμαξη, υπό την άμεση επίβλεψη της διαβόητης «Τρόικα».

Ωστόσο, τα Μνημόνια αυτά, απέτυχαν οικτρά. Όπως, ήδη αποτυγχάνει, επίσης και το -ανομολόγητο- «4ο Μνημόνιο», που εκτείνεται ως το 2060. Με τη νέα φοροληστεία, με τα πρωτογενή πλεονάσματα, του 3,5% & 2,2%, μέχρι το 2059, με τη χρόνια Αποεπένδυση -που υποβοηθά και το «Κ.Α.Σ.»- με την ατιθάσευτη ανεργία και την εξαθλίωση του μισού πληθυσμού, τουλάχιστον, με το Δημόσιο Χρέος, στο 190% του Α.Ε.Π., με υποχρεώσεις πλήρους εποπτείας, μα και παράδοσης του εθνικού μας πλούτου, έως το 2100. Αλλά και χωρίς Τραπεζικό Σύστημα κι άλλα, επιβαρυντικά, παρόμοια, που -περισσότερο από ποτέ άλλοτε- μας εισάγουν «σε μια σπείρα θανάτου» -σύμφωνα με την ορολογία του G. Soros- κι απειλούν πια, να μας αφανίσουν πρόωρα…

Τα μνημόνια χτύπησαν «μικρομεσαίες» και εξωστρέφεια

Προς κατανόηση του παράδοξου της μη εκπλήρωσης των μνημονιακών προσδοκιών, τόσο για επιστροφή μας σε οικονομική λειτουργία, με υγιή πλαίσια, όσο και για την ένταξή μας σε αναπτυξιακή τροχιά, δεν επαρκεί η ερμηνευτική υπόθεση ότι: μας λείπουν, είτε τα προς επένδυση κεφάλαια, είτε η τεχνολογία, είτε η οργάνωση, είτε όλα αυτά μαζί. Εξακολουθεί να απουσιάζει η σφαιρική θεώρηση μιας δυσανάγνωστης πραγματικότητας που μας διέπει, και η βαθιά γνώση της ελληνικής οικονομίας και των ιδιαιτεροτήτων της.

Στην προσπάθεια αυτή, πρέπει να προσεγγίζουμε τη συνολικότητα των ζητημάτων, χωρίς να διολισθήσουμε σε αποσπασματικές προσεγγίσεις. Μια αξιοπρόσεχτη ιδιαιτερότητα της χώρας μας, από τις παραπάνω περιγραφόμενες, αφορά στο «Μικρό Μέγεθος», αλλά και στο ιδιαίτερα μεγάλο -συγκριτικά- αριθμό, των ελληνικών Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων. Είναι εκείνη η κατηγορία των επιχειρήσεων, η οποία, ενώ ήταν κυρίαρχη στο προηγούμενο «παραγωγικό μας μοντέλο», στην περίοδο αυτή των μνημονίων, χτυπήθηκε όσο καμιά άλλη. Κι όπου, οι περί τις 300.000 «μ.μ.ε.», οι οποίες απασχολούσαν μέχρι και 9 εργαζόμενους, έκλεισαν μέσα στην κρίση και τα Μνημόνια, έχοντας περί τους 3,2 εργαζόμενους κατά μέσο όρο. Να λοιπόν και το ένα εκατομμύριο -σχεδόν- άνεργοι, μόνο απ’ την κατηγορία αυτή. Ιδίως όταν, απ’ το Δημόσιο -κι ευτυχώς- ως γνωστόν, δεν απολύθηκε κανείς.

Τη στιγμή που, περισσότεροι από 400.000 άνεργοι, έχουν κρυφτεί πίσω από τις ελαστικές μορφές απασχόλησης, που εκτινάχθηκαν στην περίοδο αυτή των Μνημονίων. Κι όπου, κάθε θέση εργασίας, μοιράζεται πια, σε δύο ημιαπασχολούμενους. Όταν, επίσης, οι απασχολούμενοι, σε ελαστικές μορφές εργασίας, ξεπέρασαν τις 820.000, το 2018. Κι οι υπόλοιποι, οδηγήθηκαν, άλλοι στην μετανάστευση, κι άλλοι στην πρόωρη συνταξιοδότηση, μειώνοντας δραματικά και τον αριθμό του εργατικού δυναμικού, με πλήρη απασχόληση, την ίδια περίοδο.

Και για να επανέλθουμε, στο προκείμενο θέμα των «μ.μ.ε.». Οι επιχειρήσεις αυτές, συνεισέφεραν περί το 33% του ΑΕΠ, στην προ Μνημονίων περίοδο. Έχει, όμως πλέον, περιπέσει η συμμετοχή τους αυτή, στο 15% του Α.Ε.Π. Να μια ακόμα δυσπροσπέλαστη ιδιαιτερότητα της χώρας μας, και η εξ αυτής υπολογιζόμενη μείωση, κατά [-18%], απ’ τη συνολική συρρίκνωση του Α.Ε.Π μας, κατά -25%, την περίοδο των Μνημονίων. Όταν, μάλιστα, οι «μ.μ.ε.», στην υπόλοιπη Ε.Ε., συνεισφέρουν μόλις περί το 10%. Εξάλλου, η εξυγίανση κι η αναδιάρθρωση της παραγωγικής μας βάσης, στην προοπτική μιας βιώσιμης ανασυγκρότησης κι εξυγίανσης της οικονομίας, που αποτελούσε το ισχυρότερο αφήγημα των Μνημονιακών -ακόμα κι ως υπαινικτικό τους επιχείρημα- όχι μόνο δεν ευοδώθηκε, μα ούτε και μερικώς επιτεύχθηκε, μήτε και παρέμεινε, απλώς, στην προηγούμενη προβληματική της κατάσταση. Αλλά επιδεινώθηκε κιόλας, δραματικά. Κατέληξε, μάλιστα, σε ακόμα μεγαλύτερη αποσάθρωση της προηγούμενης στρεβλής παραγωγικής μας βάσης. Καθώς, στη βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή, που συνόδευε τα Μνημόνια και στην επώδυνη πορεία μας, με τα βάναυσα και βασανιστικά, κοινωνικά κι αναποτελεσματικά οικονομικά μέτρα που εφαρμόστηκαν. Και τα οποία, δεν οδήγησαν σε καμιά παραγωγική αναδιάρθρωση, αλλά αποτέλεσαν την πιο κραυγαλέα αποτυχία και πιο την μεγάλη χίμαιρα, της αυταπάτης των μνημονιακών μας ταγών. Το αφήγημά τους, στηρίχθηκε στην ολέθρια υπόθεση ότι: μετά τη βίαιη δημοσιονομική μας προσαρμογή, θα μπορούσε να κτίζεται, σιγά –σιγά, μια νέα παραγωγική βάση, που θα περιλάμβανε καινοτόμες και εξαγωγικές επιχειρήσεις, προσαρμοσμένες στο διεθνή ανταγωνισμό. Οι οποίες, θα ενσωμάτωναν την καινούργια τεχνολογία, αυξάνοντας την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητά μας.

Οι υποθέσεις όμως αυτές, αποδείχθηκαν μάταιες, φρούδες ελπίδες κι «ευσεβείς πόθοι», όλων των αυτόκλητων σωτήρων. Και η εξωστρέφεια μας αυτή, υπήρξε τόσο άυλη, που εξαφανίστηκε πριν καν αναδυθεί. Αφού, υπονομεύτηκε από την -μεγάλης κλίμακας- μακρόχρονη «Αποεπένδυση», που συμπορεύτηκε ως αναγκαστικό παραγόμενο αποτέλεσμα των Μνημονίων και η οποία συρρίκνωσε τα αποθέματα των παραγωγικών μας δυνατοτήτων, και περιόρισε την εθνική μας παραγωγή, με μεγάλη πτώση του όγκου της. Τόσο, του όγκου παραγωγής, δηλαδή, στον τομέα της «μεταποίησης» (βιομηχανία), όσο και του όγκου της «πρωτογενούς παραγωγής» (γεωργία). Με, επί πλέον μείωσή τους -και των δυο τομέων- κατά 20%, περίπου. Και η οποία, παραγωγή, κατέστη, αντικειμενικά, ανίσχυρη και ανίκανη να στηρίξει την οποιαδήποτε εξωστρέφεια μας.

Κι αντί να έχουμε ακόμα καλύτερες εξαγωγές, επιδεινώθηκε ως κι αυτή η αρνητικότητα του διατροφικού μας ισοζυγίου. Ενώ συγχρόνως, εξωθήθηκαν, σε μαζική μετανάστευση και στο ονομαζόμενο Brain Drain, εκατοντάδες χιλιάδες νέοι μας επιστήμονες. Κατάσταση, κατάπτωσης και κατατρεγμού, που ισοδυναμεί, πλέον, με μια εθνική καταστροφή και μια τραγωδία ενός τελειωτικού οικονομικού μας «Ολοκαυτώματος«!

Μετά απ’ τη δεκαετή αυτή περίοδο της δυσβάσταχτης οικονομικής κρίσης που διανύσαμε, η πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών, βρίσκεται ήδη στην απαράδεκτη κατάσταση, να μην έχει πρόσβαση, σε ένα στοιχειωδώς ικανοποιητικό επίπεδο εισοδήματος αξιοπρεπούς ζωής, υπηρεσιών υγείας, στάθμης εκπαίδευσης, θέσεων εργασίας υψηλής παραγωγικότητας, μα κι αντίστοιχης αμοιβής τους και να απειλείται ακόμα και με την πλήρη κατάρρευση και του ήδη υποβαθμισμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, δημόσιας τάξης, και κοινωνικής προστασίας. Και με συνέπεια, ο κίνδυνος μιας περαιτέρω διολίσθησης μας, σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα, πλήρους ανέχειας κι εξαθλίωσης της πλειονότητας του ελληνικού λαού, να επεκτείνεται αριθμητικά και να βαίνει ολοένα αυξανόμενος, ποιοτικά.

Και σε μια γενικότερη θεώρηση, διαπιστώνει κανείς πως: τα Μνημόνια, όχι μόνο δεν τερμάτισαν την κρίση, που βιώσαμε εφιαλτικά μέχρι σήμερα, μα ούτε κι έφεραν καμιά επιστροφή στην κανονικότητα, σε κανένα τομέα της ζωής και της παραγωγής που εκτυλίσσεται στο τόπο. Αλλά αντίθετα, τα ίδια τα Μνημόνια κινήθηκαν στον αντίποδα των δικών τους, μνημονιακών, προβλέψεων. Κι ακόμα τραγικότερα και κυριολεκτικά, για τις -έως τώρα- μεγάλες κι άσκοπες θυσίες μας είμαστε, σήμερα, ακόμα βαθύτερα μέσα στην κρίση, λαβωμένοι κι αποδυναμωμένοι περισσότερο κι απ’ όσο είμαστε κατά την προενταξιακή μας -των Μνημονίων- περίοδο. Και μάλιστα, χωρίς καμιά προοπτική -ούτε μακρινής, έστω- ανάκαμψης μας. Αλλά με ορατή την επερχόμενη κι ακόμα χειρότερη, απόλυτη καταβύθιση μας, αν δεν αντιδράσουμε κατάλληλα

  •  
    153
    Shares
  •  
  •  
  • 153
  •