Στη ζώνη του λυκόφωτος των μνημονίων: Αξιολόγηση και απολογισμός (Μέρος 3ο)

του Οικονομολόγου, Παναγιώτη (Τάκη) Μυλωνά.

Ακόμα σκαλίζει, επώδυνα, την πυορροούσα πληγή μας, η συμπλήρωση των εννέα χρόνων απ’ την ψήφιση του πρώτου, απ’ τα 3 Μνημόνια. Καθώς κι η θύελλα των αντιδράσεων που ακολούθησαν την ψήφισή του -κι ανέκοψε, δυο μέρες μετά την ψήφισή του 1ου Μνημονίου, η απίστευτη τραγωδία της 6ης Μαΐου του 2010- θα παραμείνει άσβεστη στην μνήμη μας. Παγώνει από ανατριχίλα κανείς μόνο με την εξιστόρηση του ιστορικού της φρίκης, με τους τρεις (συν ένα) νεκρούς της MARFIN, απ’ την εφιαλτική πυρκαγιά που έβαλαν οι κουκουλοφόροι στην οδό Σταδίου.

Μα οι «Συμβάσεις Δανειακής Διευκόλυνσης της Ελλάδας», των Μνημονίων, με τα αιματηρά οικονομικά Μέτρα που περιείχαν, υπήρξαν πλήρως ατελέσφορες, αφού αποσκοπούσαν μόνο στη διασφάλιση των πρόσκαιρων συμφερόντων των πιστωτών, για τα δυσθεώρητα Δάνεια των εκατοντάδων δις Ευρώ, απ’ τις χώρες του Ευρώ και του Δ.Ν.Τ.. Μέτρα, με αυστηρότατους όρους επιτήρησης, με «εσωτερική υποτίμηση» και με πολιτικές λιτότητας, που τις ονόμασαν «μεταρρυθμίσεις». Ενώ αυτές, εξαντλούνταν, κυρίως, στην αιματηρή εισοδηματική πολιτική, στους μισθούς, στις συντάξεις και στη φοροεισπρακτική αφαίμαξη, υπό την άμεση επίβλεψη της διαβόητης «Τρόικα».

Ωστόσο, τα Μνημόνια αυτά, απέτυχαν οικτρά. Όπως, ήδη αποτυγχάνει, επίσης και το -ανομολόγητο- «4ο Μνημόνιο», που εκτείνεται ως το 2060. Με τη νέα φοροληστεία, με τα πρωτογενή πλεονάσματα, του 3,5% & 2,2%, μέχρι το 2059, με τη χρόνια Αποεπένδυση -που υποβοηθά και το «Κ.Α.Σ.»- με την ατιθάσευτη ανεργία και την εξαθλίωση του μισού πληθυσμού, τουλάχιστον, με το Δημόσιο Χρέος, στο 190% του Α.Ε.Π., με υποχρεώσεις πλήρους εποπτείας, μα και παράδοσης του εθνικού μας πλούτου, έως το 2100. Αλλά και χωρίς Τραπεζικό Σύστημα κι άλλα, επιβαρυντικά, παρόμοια, που -περισσότερο από ποτέ άλλοτε- μας εισάγουν «σε μια σπείρα θανάτου» -σύμφωνα με την ορολογία του G. Soros- κι απειλούν πια, να μας αφανίσουν πρόωρα…

Οικονομικές συνέπειες της μνημονιακής αποεπένδυσης

Η αρχική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας που σημειώθηκε στην οικονομία, ευρύτερα, με την έναρξη των πολιτικών λιτότητας των Μνημονίων, ήταν οριακή κι επιτεύχθηκε μόνο πρόσκαιρα, ως προσωρινό αποτέλεσμα που οφειλόταν στη συμπίεση του μισθολογικού κόστους και μόνο. Στη συνέχεια, όμως, αναιρέθηκε από την πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αφού κι αυτή, δεν μπορούσε να στηριχθεί σε επενδύσεις εκσυγχρονισμού, καινοτομιών και νέας τεχνολογίας, που όχι μόνο δεν υπήρξαν, αλλά επικράτησε ένα πλήρως αντιοικονομικό περιβάλλον, μιας παραλυτικής οικονομικής λειτουργίας σε όλους τους τομείς. Ενώ απουσίαζαν εντελώς: το πλαίσιο, οι ειδικές πολιτικές και το συνολικό κλίμα, για την προσέλκυση επενδύσεων.

Μας έλειψε, επί πλέον, στο μεταξύ κι ένας σημαντικός αριθμός λειτουργουσών -προηγουμένως- επιχειρήσεων, οι οποίες έκλεισαν λόγω της κρίσης. Κι η επελθούσα μακροχρόνια «Αποεπένδυση», με τις μεικτές επενδύσεις να είναι -για τα οκτώ τελευταία χρόνια συνεχώς- σαφώς μικρότερες των αποσβέσεων, κατέστησαν πολύ αρνητικές και τις καθαρές επενδύσεις, μειώνοντας δραματικά το παραγωγικό μας δυναμικό. Έτσι ώστε, να ματαιωθεί, εξ αιτίας της και η προσδοκούμενη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, και να ακυρωθεί η βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς μας, όταν η αποεπένδυση αυτή, μας στερεί την επαρκή -σε ποιότητα και ποσότητα- εθνική παραγωγική ικανότητα και τις συναφείς «οικονομίες κλίμακας», στην αναπτυξιακή μας διαδικασία. Αποστέρησή μας, ακριβώς, από μια παραγωγή, που θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της χώρας μας, αυξάνοντας και την προστιθέμενη αξία της εγχώριας παραγωγής, με υποκατάσταση των εισαγωγών και εξασφάλιση, με παραγωγική επάρκεια αγαθών -ποσότητας και ποιότητας- της τροφοδότησης των εξαγωγικών μας στόχων.

Καθώς, επίσης, μπορούσε να εξασφαλίσει κι όρους της εξάλειψης των λόγων που εξαναγκάζουν σε μετανάστευση, στο εξωτερικό, τους πλέον μορφωμένους και παραγωγικούς από τους νέους μας. Ως γνωστόν, 500.000 Έλληνες νέοι επιστήμονες, μετανάστευσαν στην περίοδο των Μνημονίων στο εξωτερικό. Και στο μεταξύ, οι μακροχρόνια άνεργοι, όσοι δεν έχουν μεταναστεύσει ακόμα, αρχίζουν να χάνουν τις δεξιότητες που κατείχαν προηγουμένως. Με συνέπεια, ο ανθρώπινος, τεχνολογικός κι υλικοτεχνικός πλούτος της χώρας, είτε να μειώνεται, είτε και να απαξιώνεται, μέχρι την οριστική αχρηστία του, παραμένοντας ανενεργός επί πολύ. Ενώ εγκαταλείπεται, σε μεγάλο βαθμό κι η όποια -ισχνή έστω- διασύνδεση προϋπήρχε, του τομέα της μεταποίησης, με τον πρωτογενή τομέα παραγωγής.

Κι όσες λίγες επενδύσεις έγιναν, στο μεταξύ, ήταν στραμμένες μόνο στο τουρισμό κι αφορούσαν σε ειδικότητες εργασίας χαμηλής βάσης εξειδίκευσης. Η «αποεπένδυση» αυτή, λοιπόν, ήταν εκείνη που απέτρεψε την ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών, καινοτομιών και σύγχρονων μεθόδων οργάνωσης και παραγωγής. Στην ίδια περίοδο και η παραγωγικότητα της εργασίας, άλλοτε παρέμενε υποτονική, κι άλλοτε έφθινε ραγδαία, ενώ βρισκόταν κάτω από συνθήκες παντελούς απουσίας νέων παραγωγικών επενδύσεων κι «επενδύσεων εντάσεως τεχνολογίας».

Απ’ την άλλη πλευρά, και οι ιδιωτικές επιχειρηματικές επενδύσεις ήταν στην περίοδο των Μνημονίων και εξακολουθούν και σήμερα, να είναι πολύ χαμηλότερες από το επίπεδο που είχαν πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Όσον αφορά τις επενδύσεις σε κατοικίες, αυτές έχουν -κυριολεκτικά- καταρρεύσει προ πολλού και συνιστούν το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης του «Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου» (ΑΣΠΚ.). Ενός ΑΣΠΚ στις κατοικίες, δηλαδή, που προσέφερε ετησίως πάνω από 20 δις ευρώ, στις συνολικές επενδύσεις, προ κρίσης. Και σήμερα, ενώ και οι ιδιωτικές επενδύσεις σπανίζουν, οι δημόσιες έχουν συμπιεσθεί σε ανεπίτρεπτα χαμηλά επίπεδα. ‘Ώστε, πολλές δημόσιες υποδομές να έχουν μεγάλη ανάγκη αναβάθμισης, αλλά ακόμα κι απλής συντήρησής τους, για τη διατήρησή τους σε λειτουργία. Εδώ όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν, τόσο οι αντικειμενικοί περιορισμοί (έλλειψη πόρων του δημοσίου), όσο και υποκειμενικοί (ανάγκη δημιουργίας υπερπλεονασμάτων, από την «αριστερή» κυβέρνηση, σε βάρος των δημόσιων επενδύσεων, προκειμένου να αυξηθεί η επιδοματική πολιτική).

Ταυτόχρονα, η ανεπαρκής κι ανεκδιήγητα μυωπική διοίκηση & διαχείριση των Δημόσιων Οργανισμών κι Επιχειρήσεων, με τις πελατειακές λογικές που ασκούνται, αντεδείκνυνται, ιδιαίτερα, για περιόδους κρίσης και υπονομεύουν, ολοένα κι αυτή την ίδια την ύπαρξη πολλών βασικών δημόσιων υποδομών, ενώ θέτουν σε αμφισβήτηση βασικούς πυλώνες στήριξης λειτουργίας, της κοινωνίας και της εθνικής μας παραγωγής. Χαρακτηριστικό σχετικό παράδειγμα, είναι αυτό της ΔΕΗ. Όπου, η μικρή και δυναμική -υποτίθεται- ΔΕΗ, με διαχειριστικά κέρδη 400 εκατ. ευρώ, μόλις το 2014, έφτασε να κλείνει το 2018, με ζημιές 540 εκατ. ευρώ. Ύψος το οποίο, όχι μόνο δεν υπολείπεται, αλλά αντίθετα, υπερβαίνει σαφώς και της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών της. Αξία την οποία -θεωρητικά- θα μπορούσαν να την εξαγοράσουν, έως και εφτά φορές, οι οφειλές των οφειλετών της, προς αυτήν…

Και σε γενικότερο επίπεδο. Απ’ τα στοιχεία που έχει δημοσιοποιήσει η Ελληνική Στατιστική Αρχή, αποκαλύπτεται η εξής εικόνα, συνολικά: ο «Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου» (Α.Σ.Π.Κ.), στη χώρα μας, το 2018, έχει υποχωρήσει στα επίπεδα προ του 1996, τόσο σε τρέχουσες, όσο και σε σταθερές τιμές. Η δε αναλογία Επενδύσεων, προς Α.Ε.Π., το 2018, περιορίστηκε στο εντυπωσιακά χαμηλό ποσοστό του: 11,1% του Α.Ε.Π, όταν στην Ευρωζώνη διαμορφώνεται -ακριβώς- στο διπλάσιο. Αξίζει εδώ να συνεκτιμήσει κανείς πως, αυτός ο «Α.Σ.Π.Κ.», που το 2018, στην Ελλάδα, διαμορφώθηκε στα 20,4 δις ευρώ ή στο 11,1% του Α.Ε.Π, αντικρίζεται με το 2007, όπου, οι επενδύσεις, αντιστοιχούσαν στο 26% του Α.Ε.Π. Και συγκρινόμενοι διεθνώς: στην Κύπρο, που το 2007, ο «Α.Σ.Π.Κ.», έφτανε το 25%, το 2018, βρέθηκε, στο ανεκτό, 21% του Α.Ε.Π της. Και στην Πορτογαλία, που το 2007, ήταν στο 22,5% του Α.Ε.Π της, το 2018, βρέθηκε στο 17% του Α.Ε.Π., επίσης. Όσον δε αφορά στη γειτονική μας Ιταλία, στην οποία, το 2007, οι επενδύσεις της βρισκόταν στο 28,7% -κι έχασε ήδη σημαντικό οικονομικό έδαφος, με την πρόσφατη οικονομική της πτώση- διατήρησε ένα σημαντικό ποσοστό και σήμερα, με τον «Α.Σ.Π.Κ.», να είναι της τάξης του 23,5% του Α.Ε.Π. της.

Και επειδή, δεν μας έφταιγαν πάντα και μόνο, τα Μνημόνια και οι δανειστές μας, ακόμα κι όταν υπήρχαν, έστω, κάποιες θετικές τους πλευρές, αυτές αποδεικνύονταν ανίκανες προκειμένου να αντιμετωπίσουν την μίζερη και την παραλυτικά καθυστερημένη ελληνική γραφειοκρατία, η οποία εχθρεύονταν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, έχουμε κι απ’ την πρόσφατη αρθρογραφία του Κώστα Καλλίτση, με τίτλο: «Fast track ακύρωση επενδύσεων». Ο αρθρογράφος αυτός, αρθρογραφεί αναφερόμενος στο μνημονιακό νόμο του 2010, που προέβλεπε ότι: οι επενδύσεις που θα εθεωρούντο “στρατηγικές”, θα υπάγονταν σε καθεστώς «ταχείας αδειοδότητσης» (Fast track), προκειμένου να μην “μπλοκάρονται” στα γρανάζια μιας κακής γραφειοκρατίας…

Το αποτέλεσμα, σήμερα, 2019, με το νόμο, 3984/΄10, είναι το εξής: Από τις 19 μεγάλες και στρατηγικής σπουδαιότητας για τη χώρα μας, νέες σχεδιαζόμενες επενδύσεις, οι περισσότερες απ’ αυτές, να εκκρεμούν ακόμα. Άλλες να έχουν αποσύρει το ενδιαφέρον τους, λόγω μεγάλης καθυστέρησης στην αξιολόγησή τους, από ραθυμία ή ακαμψία κι οτιδήποτε άλλο ευφάνταστο, μα οπωσδήποτε παρακωλλητικό αίτιο. Και μόνο δυο να έχουν τύχει της έγκρισης των αρμόδιων υπηρεσιών, για να προχωρήσουν.

Εξάλλου, η στατιστική πληροφορία που λαμβάνει κάθε σοβαρός υποψήφιος ξένος επενδυτής, ότι, απαιτείται μια δεκαετία ως ο μέσος χρόνος για την εκδίκαση δικαστικών διαφορών στη χώρα μας, τον εντυπωσιάζει σε βαθμό που τον οδηγεί -ταχέως- σε επιλογή εναλλακτικών επενδυτικών σεναρίων, για επενδύσεις σε κάποια άλλη χώρα, εκτός της δικής μας. Έτσι, το ελληνικό κράτος, αποδεικνύεται πως, εχθρεύεται τις επενδύσεις, εμποδίζει την ανάπτυξη και κατατάσσεται -για τους λόγους αυτούς και άλλους- στους ουραγούς του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού και των χωρών που θεωρούνται ελκυστικές στις ξένες επενδύσεις.

Με τα Μνημόνια, πάντως, τόσο η δημιουργία νέας παραγωγικής βάσης, καθώς κι η εξωστρέφειά μας, όσο και το αφήγημά τους, «για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, με εξαγωγικό προσανατολισμό», δίχως τις αναγκαίες «Άμεσες Ξένες Επενδύσεις», οδηγούν, μοιραία, σε αυτή, τη δραματική «Αποεπένδυση», που βιώνουμε δραματικά και εξακολουθητικά. Με την επελθούσα, πλέον, μεγάλης κλίμακας και μακράς διάρκειας, «αποεπένδυση», έχει καταρρεύσει ή εξαϋλωθεί -ακόμα κι ως μύθος- η παραγωγική μας ανασυγκρότηση και η αναπτυξιακή διαδικασία που απαιτείται για λόγους υπαρξιακής μας επιβίωσης. Όμως, αν η ελληνική οικονομία δεν επιτύχει να προσελκύσει, στο εξής, τις αναγκαίες κι ικανές, μα καθαρές παραγωγικές επενδύσεις, με επαύξηση των Επενδύσεων αυτών, τουλάχιστον κατά 20 δις ευρώ, ετησίως. Και δεν καταφέρει να διατηρήσει ένα τέτοιο αναβαθμισμένο επίπεδο επενδύσεων και στην επόμενη πενταετία (όπως έχουν καταδείξει σοβαρές μελέτες πολλών ειδικών οικονομολόγων -κι όχι απλώς, δήθεν πραγματοποίηση επενδύσεων με εξαγορές, επί των υπαρχόντων παγίων στοιχείων-), ώστε, οι επενδύσεις αυτές, να μπορέσουν να κινητοποιήσουν -μέσα από κατάλληλες δομές και πλαίσια λειτουργίας- τις παραγωγικές μας δυνάμεις, τότε, η μοιραία επιστροφή μας, σε μια νέα, δραματικότερη, οικονομική ύφεση και η περιδίνησή μας γύρω απ’ την παύση κάθε δυνατότητάς μας για εξυπηρέτηση του τεράστιου Δημόσιου Χρέους μας, θα καταστεί βέβαιος κι ολισθηρός μονόδρομος.

Άλλωστε, η επελθούσα αυτή, μακροχρόνια μείωση του αποθέματος επενδύσεων, δεν υπονομεύει απλώς τους ρυθμούς της μελλοντικής οικονομικής μας μεγέθυνσης, αλλά αποτελεί και τον προπομπό μιας μεγάλης -σε διάρκεια και βάθος- νέας φτώχειας. Ή και το σταδιακά αποκαλυπτόμενο αποτύπωμα, του προγραμματισμένου σχεδίου των δανειστών μας, για την πλήρη εξαθλίωση, αρχικά και τον φυσικό μας αφανισμό, στη συνέχεια…

  •  
    205
    Shares
  •  
  •  
  • 205
  •  

One thought on “Στη ζώνη του λυκόφωτος των μνημονίων: Αξιολόγηση και απολογισμός (Μέρος 3ο)

  • Πως είναι δυνατόν να ορθοποδήσει αυτό το κράτος όταν αυτοί που το κυβέρνησαν και το κυβερνάνε κοιτάνε πως θα το εξοντώσουν δια παντός. Εάν δεν ξυπνήσουμε χθες από το λήθαργο χανόμαστε. Μόνο με τη συνένωση όλων των Ελλήνων θα σωθούμε. Η ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΥΝΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Comments are closed.