Το Ιταλικό δημόσιο χρέος: Είναι βιώσιμο; Ο αντίλογος ενός ‘συστημικού’ αναλυτή

Tου Ιωάννη Χολίδη

Η ιταλική οικονομία ανακάμπτει σχετικά αργά μετά το τέλος της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009. Δέκα χρόνια μετά την κρίση ,η οικονομία αδυνατεί να φτάσει στα επίπεδα προ κρίσης του 2007. Η Ιταλία εισήλθε στην κρίση με τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη σχετικά υγιή και με μόνη εξαίρεση το υψηλό δημόσιο χρέος και το αντίστοιχο χρέος του ιδιωτικού τομέα.

Παρά τα προβλήματα η ιταλική οικονομία σήμερα έχει πετύχει να ανακτήσει τμήμα των απωλειών της κρίσης και αυτό αντικατοπτρίζεται στην μείωση της ανεργίας και των κόκκινων δανείων των τραπεζών. Παρ’ όλα αυτά οι προκλήσεις παραμένουν. Το κατά κεφαλήν εισόδημα των πολιτών δεν έχει επιστρέψει στα επίπεδα πριν την κρίση, τα ποσοστά της φτώχειας είναι αυξημένα και όπως ήδη αναφέραμε το δημόσιο χρέος στο 131,7% του ΑΕΠ είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωζώνη μετά της Ελλάδας. Η ανάπτυξη για το 2018 υπολογίζεται στο 1% ΑΕΠ και για το 2019 δεν αναμένεται να ξεπεράσει το 0,4% ΑΕΠ. Υπό αυτές τις συνθήκες με διακηρυγμένη την πρόθεση της ιταλικής κυβέρνησης για αύξηση του ελλείμματος από τον στόχο που είχε τεθεί για το 2019 και 2020, η βιωσιμότητα του χρέους τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο.

Σε γενικές γραμμές το δημόσιο χρέος αναμένεται να παραμείνει σταθερό για τα επόμενα πέντε χρόνια. Στην συνέχεια όμως , αναμένεται να αυξηθεί εξαιτίας της αναμενόμενης αλλαγής της νομισματικής πολιτικής της Ευρωζώνης και των υψηλότερων συνταξιοδοτικών δαπανών λόγω γήρανσης του πληθυσμού και της αντιστροφής μεταρρυθμίσεων στο ασφαλιστικό σύστημα από την παρούσα κυβέρνηση. Αν μάλιστα η Ιταλία αναθεωρήσει σημαντικά προς τα πάνω τους στόχους για το έλλειμμα μετά το 2020 τότε το χρέος αναμένεται να αυξηθεί γρηγορότερα σε συνδυασμό με μια χειρότερη επίδοση στην ανάπτυξη. Είναι λοιπόν, επιτακτική ανάγκη να συνεχίσει την πολιτική των διαρθρωτικών προσαρμογών, ώστε να φτάσει σε πρωτογενές πλεόνασμα 3% του ΑΕΠ για το 2020-2023 και 1,5% του ΑΕΠ από το 2024-2030 σε συνδυασμό με ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς για το διάστημα αυτό και ένα εκτεταμένο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα τονώσουν την υποτονική ανάπτυξη της οικονομίας.

Ο άξονας των πολιτικών που πρέπει να υιοθετήσει θα πρέπει να περιλαμβάνει:
• Περισσότερη ευελιξία στην αγορά εργασίας. Θα μπορούσε να εισάγει ένα μισθό ειδικά διαμορφωμένο για τους νέους εργαζόμενους μέχρι 26 ετών. Περιορισμό των απεργιών των συνδικάτων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Πάγωμα των αυξήσεων και των μισθολογικών ωριμάνσεων για δέκα χρόνια στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.
• Την υιοθέτηση επιθετικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων των τραπεζών. Αυτό αποτελεί επιτακτική ανάγκη ώστε να αποφευχθεί μια διάσωση των τραπεζών με χρήματα των φορολογουμένων.
• Υλοποίηση προγράμματος Ιδιωτικοποιήσεων. Το δημόσιο μπορεί να αξιοποιήσει σε βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση την δημόσιο περιουσία ώστε να επιτύχει μείωση του χρέους και αύξηση της βιωσιμότητάς του.
• Αλλαγές προς όφελος της ανταγωνιστικότητας και των επενδύσεων. Μείωση των φορολογικών συντελεστών και του κόστους ασφάλιση των εργαζομένων για τις επιχειρήσεις και προσανατολισμός των δημοσίων επενδύσεων σε πρακτικές που θα βελτιώνουν την καινοτομία και την παραγωγικότητα της εργασίας.

Το διεθνές κλίμα μετά από μια δεκαετία ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης εξαιτίας των πολιτικών νομισματικής χαλάρωσης των κεντρικών τραπεζών παγκοσμίως, έχει εισέλθει σε μια νέα περίοδο αβεβαιότητας με αποτέλεσμα οι επενδυτές να αναζητούν ασφαλές καταφύγιο για τα χρήματά τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να πιέζονται αρκετά τα κρατικά ομόλογα της Ιταλίας, με το δεκαετές που θεωρείται και ομόλογο βάσης, να βρίσκεται σε επίπεδα άνω του 3,5%. Αυτό σε συνδυασμό με την χαμηλή ανάπτυξη δεν αποτελεί και τον καλύτερο οιωνό για την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους και την περαιτέρω μείωση του τα επόμενα χρόνια.

Η γεωπολιτική αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου με το μεταναστευτικό να πιέζει όλο και περισσότερο τις χώρες του Νότου έχει σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση κομμάτων που υπόσχονται το τέλος της λιτότητας και της επιστροφής σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ήδη στην Ιταλία η νέα κυβέρνηση συνασπισμού έχει οδηγήσει την χώρα σε δύο απανωτά τρίμηνα ύφεσης και το έλλειμμα στο 2,1% από 0,8% που είχε συμφωνηθεί για το 2019 με τις προοπτικές σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο το οικονομικό κλίμα και κατά επέκταση την βιωσιμότητα του χρέους.

Ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ Κίνας-ΗΠΑ και ΗΠΑ- Γερμανίας αναμένεται να επιδεινώσουν τις ιταλικές εξαγωγές και τις προοπτικές του βιομηχανικού της κλάδου. Η Ιταλία θα πρέπει να μειώσει το κόστος παραγωγής μέσα από μεταρρυθμίσεις που ήδη αναφέραμε στην αγορά εργασίας και να βοηθήσει την βιομηχανία της να προχωρήσει σε περαιτέρω εκσυγχρονισμό του κεφαλαιουχικού της εξοπλισμού.

Η Ιταλία πρέπει να δράση άμεσα στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους αν θέλει να αποφύγει δυσάρεστες εκπλήξεις στο μέλλον. Η πιθανή διάσωσή της θα αποτελέσει σημαντική πρόκληση για την ίδια την Ευρωζώνη. Ας μην λησμονούμε το βασικό: Το χρέος της Ιταλίας φτάνει το 1 τρις ευρώ.

O Ιωάννης Χολίδης, είναι Υποψήφιος διδάκτωρ Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

new-economy.gr

Το αρθρο απεστάλλη με τον τίτλο: ‘Το Ιταλικό δημόσιο χρέος: Πόσο βιώσιμο είναι;’

 

 

 

  •  
    1
    Share
  •  
  •  
  • 1
  •