Μήπως φταίει τελικά η λίμπιντο μας για την κατάντια της χώρας;

Του Οικονομολόγου, Παναγιώτη Κ. Μυλωνά

Η «ΛΙΜΠΙΝΤΟ» ΜΑΣ, δεν είναι η συνταγή μιας κάποιας διαδικασίας. Κάθε άλλο μάλιστα!!!

Γι’ αυτό:

Είτε αυτή θα κορυφώνεται ΑΥΘΟΡΜΗΤΑ, σε μια ΚΑΤΑΚΤΗΜΕΝΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΕΝΟΤΗΤΑΣ. Ικανή να απελευθερώσει, να δημιουργήσει, αλλά και να δρέψει την ανακούφιση, μα και τη λύτρωση, για την αψάδα του σώματος.

Είτε θα καθίσταται ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΗ ή και θα παραβλέπεται, θα αντιπαρέρχεται και θα παραπέφτει, ως ΑΓΝΟΗΜΕΝΗ. Αλλά όμως, ως τέτοια, δεν πρόκειται ποτέ να επιτευχθεί. Κι ούτε ποτέ θα μπορεί να δικαιωθεί και να ΥΠΆΡΞΕΙ.

Θα συνεχίσουμε με την ίδια λίμπιντο;

Στη τελευταία αυτή περίπτωση, μάλιστα, η «Λίμπιντο«, δεν θα είναι τίποτα περισσότερο, από μια ΞΕΝΕΡΩΤΗ ΦΑΣΑΡΙΟΖΙΚΗ ΦΛΥΑΡΙΑ μας,
όσο:

  • Θα εξακολουθεί να μας στιγματίζει ανασταλτικά, η εκτεταμένη παραοικονομία (υπόγεια και κρυφή), ως η «δεύτερη φύση» μας, μέχρι & την …»εξάλειψή της, λίγο πριν απ’ τον συλλογικό μας αφανισμό».

  • Θα συνεχίζει να μας εξαπατά, το πολιτικό προσωπικό, που, με τις απανωτές αθετήσεις υποσχέσεων, των προγραμμάτων, των διακηρύξεων και κάθε είδους παραλυσιών. Όπως και με τις αγορές των άχρηστων ή αχρείαστων, εξοπλιστικών προγραμμάτων, παλαιότερα. Η και των δανεικών κι αγύριστων θαλασσοδανείων του, στους κολλητούς του, ακόμα και σήμερα, φτωχοποίησαν ως και τη δημόσια παιδεία, αλλά και την υγεία. Και μεταμόρφωσαν έτσι, το Δημόσιο, σε μια συγκεκαλυμμένη έκφραση ιδιωτικών συμφερόντων. Τον δε ιδιωτικό τομέα, που ευνοείτο απ’ τον αθέμιτο αυτόν ανταγωνισμό και τις παραβατικές πρακτικές του, σε ένα κρατικοδίαιτο εξάβλωμα, έκτρωμα & στηλοβάτη του «μαύρου πολιτικού χρήματος«. Εκείνου του χρήματος, δηλαδή, που «μετανάστευε», συχνά, σε Off Shore, των υπεράκτιων παραδείσιων νησιών της οικουμένης.

  • Θα παραμένουν ατιμώρητες και στις θέσεις τους, οι συμμορίες του «λευκού κολάρου«. Οι οποίες συγκροτούν την πλήρη έννοια του οργανωμένου εγκλήματος, με δραστηριότητά τους, στα κυκλώματα των εκβιαστών του πελατειασμού, του συντεχνιασμού και της πολυθρύλητης διαπλοκής.

  • Θα εξακολουθεί να διαιωνίζεται ο «Παράδεισος των αφορολόγητων πολυεθνικών» -με τις «τριγωνικές τους συναλλαγές«- και τις απώλειες φορολογικών εσόδων, για το δημόσιο. Δημόσια χασούρα που συναγωνίζεται, σε ύψος, τον ΕΝΦΙΑ και παραμένει, πάντως, ως απώλεια φορολογικών εσόδων, τέτοια που να είναι μεγαλύτερη των 2 δισ. ευρώ, ετησίως.

  • Θα εξακολουθούν να μας λεηλατούν, τον ελληνικό τουρισμό, οι «tour operaitors«, με περισσότερα από 4 δισ. ευρώ, ετησίως & μόνο απ’ την TUI -με τις «πεθαμένες τιμές» της. Τις οποίες, ολόκληρος ο κλάδος αυτός δεν όφειλε να απολαμβάνει. Και απ’ τις οποίες στερείται, έτσι, απ’ τα -δεδουλευμένα, καθαρά κι ανείσπρακτα– έσοδά του στον τουρισμό.

  • Θα εξακολουθούμε να δανειζόμαστε απ’ τα δικά μας χρήματα, ως δημόσιο ταμείο και να συνεχίζουμε να εκπλειστηριάζουμε τα σπίτια μας και τα μαγαζιά μας.

  • Όσο επίσης, θα εξακολουθούμε να μην διεκδικούμε τα -πλέον των 300 δισ. ευρώ- Κατοχικά Αναγκαστικά Δάνεια της Γερμανίας, απ’ την -τότε- υποδουλωμένη χώρα μας.

  • Όσο θα εξακολουθεί, η διαχείριση του δημόσιου χρήματος, να γίνεται με σπάταλο τρόπο ή ακόμα και άσκοπο (στο «γάμο του Καραγκιώζη»), για την εκτροφή των εργολάβων της διαπλοκής και για τα μακροβούτια, σε θαλασσοδάνεια και την προνομιακή μεταχείριση των ημετέρων της κάθε Κυβέρνησης.

  • Όσο θα εξακολουθεί η διαχείριση των Κοινοτικών πόρων, της Ε.Ε., να προορίζεται για την αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων των διαχειριστών τους, στο εξωτερικό. Σε βαθμό, μάλιστα, ώστε: για κάθε ένα ευρώ που εισπράττουμε, απ’ την Ε.Ε., να αποβαίνει αυτό, σε αύξηση και του χρέους μας, κατά 1,7 ευρώ.

  • Όσο ακόμα, θα εξακολουθούν να «καπελώνουν«, τους αναπτυξιακούς κλάδους της οικονομίας μας -στους οποίους συμβαίνει να έχουμε ασύγκριτα συγκριτικά πλεονεκτήματα– οι ποικιλώνυμες μαφίες της διαφθοράς και της διαπλοκής, αλλά και οι νέοι, μα κι οι παλιότεροι πειρατές και πελάτες και καλλιεργητές, της οριζόντιας και της κάθετης διαφθοράς. Της ατάσθαλης κι ακατάστατης ελεφαντιακής γραφειοκρατίας. Της ευνοιοκρατίας και του νεποτισμού στη στελέχωση και λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Και της σύγχυσης των σχέσεων, των διακεκριμένων και διακριτών Αρχών Εξουσίας.

  • Όσο θα εξακολουθούμε, με εγκληματική τυφλότητα επίσης, να ρίχνουμε στον «Καιάδα της μετανάστευσης«, την πλέον παραγωγική μερίδα της ελληνικής κοινωνίας. Τους νέους επιστήμονες & ερευνητές κ.λπ.. Οι οποίοι, μεταναστεύουν & τώρα, μαζικά, στις χώρες ζήτησης τους, τις οποίες και στηρίζουν, ανέξοδα γι’ αυτές τις ίδιες, αλλά με προκαταβεβλημένο το βάρος της επενδεδυμένης εξειδίκευσής τους, απ’ την φτωχοποιημένη κι εξαθλιωμένη πατρίδα τους.

  • Όσο θα συνεχίζεται και θα βαθαίνει η ολόπλευρη κρίση κι η αποεπένδυση, που μας τυραγνά και μας συγκλονίζει συθέμελα, με τα δυσθεώρατα ποσοστά ανεργίας, ιδίως των νέων -που διαρκώς λιγοστεύουν- και που, δεν επιτρέπουν να ξεκολλήσει το «κάρο της ανάπτυξης«, απ’ τον βάλτο της ύφεσης και της οικονομικοκοινωνικής μας κατρακύλας, η οποία συνεχίζεται ακατάπαυστα, μέχρι και το ορατό, πια, βιολογικό μας τέλος .

Και τόσα άλλα…

Το δημογραφικό πρόβλημα

Μα σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ας μην παραγνωρίζουμε επίσης και το «δυσαβαντάζ«, που παρά τα δήθεν θρυλούμενα επιτεύγματα, για τους «Λατίνους εραστές«, της άλλοτε ελληνικής επικράτειας, έχουμε πολύ μεγάλη και παρατεταμένη κατάπτωση και στην «Λίμπιντό» μας. Και με πλήρως ξεχειλωμένο και «μελάτο«, το ξενέρωμα μας στη λειτουργία μας αυτή. Και μάλιστα εδώ! Στη χώρα των ειδυλλίων & της «φαιδράς πορτοκαλαίας«. Μια κατάπτωση, ακριβώς, που έχει ως αποτέλεσμα, την πτώση και του «δείκτη γονιμότητας» ή γεννητικότητας, της Ελληνίδας Μάνας. Η οποία, πτώση, ωστόσο, από μια επίδοση του: 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, δείκτης που αποτελεί -όπως είναι γνωστό- το ικανό και αναγκαίο μέγεθος, της διαχρονικής διατηρησιμότητας του πληθυσμού μιας χώρας, κατρακύλησε ήδη, κατώτερα & του 1,3 ανά γυναίκα. Κι αυτό είναι κάτι που επηρεάζει -έως κι ανατρέπει- τη βιώσιμη σχέση: του «μη ενεργού» / προς τον «ενεργό πληθυσμό» μιας χώρας.

Πάντως όμως, κάτω απ’ το πρίσμα αυτών των δημογραφικών επιδόσεων μας, ακόμα και το τεράστιο ποσοστό της ανεργίας, που μας βαραίνει μνημονιακά και θανάσιμα, μοιάζει να είναι «λιλιπούτειο» βάσανο, μπροστά στην εφιαλτικότητα μιας πραγματικότητας που μας συνθλίβει. Ενώ, εξάλλου, ακόμα κι αυτός, ο προαναφερθείς «Δείκτης Εξάρτησης«, από την απαράδεκτα υψηλή θέση του -με δείκτη ανώτερο της μονάδας (που ήταν στο 1,33 το 2010, κατά την ένταξή μας στα μνημόνια)- έγινε τώρα πιότερο –έως απελπιστικά– απειλητικός. Με τον δείκτη αυτόν να φτάνει, πλέον, το: 1,66 το 2016 και να αγγίζει, ήδη, το 1,7 το 2017. (Αξίζει εδώ να σημειωθεί -ως συγκριτικό στοιχείο- πως: ακόμα και στη Γερμανία, με τη γνωστή πληθυσμιακή της γήρανση, ο «δείκτης εξάρτησής» της, παραμένει, ακόμα, έως & μικρότερος του: 1, λόγω της επιλεγμένης υποδοχής εργαζόμενων μεταναστών.).

Εξάλλου, επισημαίνουμε σχετικά, πως: ακόμα και «το οικονομικό θαύμα της Κίνας» -για παράδειγμα- οφείλεται κι αυτό, κυρίως στην τεράστια -ανελεύθερη και δικτατορική- αλλαγή, αυτού του «δείκτη εξάρτησής» της. Εκείνου, δηλαδή, του δείκτη, που σημειώθηκε απ’ τη βελτίωση της σχέσης: του «μη ενεργού«προς τον «ενεργό πληθυσμό» της. Κι αυτό το πέτυχε, με το απολυταρχικό κι ολοκληρωτικό μέτρο, της υποχρεωτικότητας του «ενός μόνο παιδιού ανά οικογένεια«, σε όλο της τον πληθυσμό. Μέτρο που επέβαλε, ως γνωστόν, προ 30ετίας, περίπου, η κινεζική πολιτική (κουμμουνιστική) ηγεσία. Και η οποία, το συντηρεί ακόμα, έστω και στην ηπιότερη, σημερινή, εκδοχή του.

Συμπέρασμα

Συνεπώς, η πτώση της «λ ί μ π ι ν τ ο» σε εμάς, δεν είναι μόνο ένας λεκτικός μου αστεϊσμός. Αλλά, ενώ δεν κυριολεκτούσα, όταν τον επικαλέστηκα, ωστόσο, σοβαρολογούσα, αν και αστειευόμενος, με αυτό τον τρόπο.

Κυρίως όμως, υπονοούσα, τα πολιτισμικά & καταναλωτικά εκείνα πρότυπα, συμπεριφορές ή & νοοτροπίες, καθώς και τους άλλους οικονομικούς και λοιπούς λόγους και προϋποθέσεις, για την επίτευξη μιας σχετικά ανεπτυγμένης οικονομίας, προς τις οποίες πρέπει να κατατείνει η οποιαδήποτε σχεδιασμένη αναπτυξιακή μας πολιτική. Χωρίς όμως να υπονομεύεται ή και να ακυρώνεται, η υγιής εξέλιξη του δημογραφικού ζητήματος στη χώρα μας.

Καθώς, υπονοούσα, επίσης & τους λόγους και τις αιτίες, απ’ την πληθυσμιακή αυτή εκφύλιση μας (της ακραίας γήρανσης του πληθυσμού), ενός ήδη ηλικιακά παρηκμασμένου λαού. Του πληθυσμού της χώρας μας, όπου και -χωρίς τον συνυπολογισμό της μετανάστευσης- οι θάνατοι, πλέον, πλεονεκτούν των γεννήσεων, περισσότερο κι από τον αριθμό των 30.000 ατόμων ετησίως.

Με τέτοιες επιδόσεις, όμως, καταδεικνύεται πως: η «λίμπιντό» μας, δεν αφορούσε -όσο θα ‘πρεπε- το: «Εμείς». Αλλά ήταν, περισσότερο, μια -εντελώς- άλλη, σχεδόν «αυτιστική δραστηριότητά» μας. Δραστηριότητα, μιας ατέλειωτης αυτοϊκανοποίησης, δηλαδή, με τα μοιραία επίχειρα -όπως προείπαμε- και τόσο γλοιώδη αποτελέσματά της, που αδράξαμε ήδη.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟ 2019!

  •  
    268
    Shares
  •  
  •  
  • 268
  •