Θ.Σταματοπούλου: Τί είναι Eνεργειακή ασφάλεια και ποιές οι νέες προκλήσεις εκμετάλλευσης ενεργειακών πόρων σε Αιγαίο και Νοτιοανατολική Μεσόγειο;

Η έννοια της ενεργειακής ασφάλειας (energy security), είναι απόλυτα συνδεδεμένη με αυτή της ενεργειακής ανεξαρτησίας (Bordoff et al., 2011) και ορίζεται ως η αξιόπιστη και επαρκής προμήθεια οποιασδήποτε μορφής ενέργειας σε λογικές τιμές (Bielecki, 2002). Το θέμα της ενέργειας εντάσσεται σχετικά πρόσφατα στο πεδίο ενδιαφέροντος των διεθνών σχέσεων, αφού ως έννοια αναδείχθηκε ύστερα από την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973, γι’ αυτό κι αρχικά νοούνταν ως πετρελαϊκή ασφάλεια (Βιδάκης, 2016).

Έκτοτε, η σημασία της ενέργειας έχει διευρυνθεί κι έχει αποκτήσει έναν ουσιαστικό και πολυδιάστατο ρόλο σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα. Η ενεργειακή ασφάλεια συνδέεται άρρηκτα μεταξύ άλλων με την εθνική ασφάλεια, την οικονομία και τη διαθεσιμότητα φυσικών πόρων για κατανάλωση ενέργειας (Rühle, 2011). Η ασφάλεια μπορεί να διαθέτει μία υποκειμενική και μία αντικειμενική διάσταση. Η υποκειμενική διάσταση αφορά στην ατομική αντίληψη του τι μπορεί να θεωρηθεί ασφαλές (secure), ενώ η αντικειμενική διάσταση αφορά σε παράγοντες με εξωτερικά κριτήρια, που δύνανται να επηρεάσουν το διεθνές σύστημα και να το διαφοροποιήσουν, λόγου χάρη οι πόλεμοι, φυσικές καταστροφές και οικονομικοπολιτικές κρίσεις (Καρνούτσος – Πάγκαλτσος, 2016).

Η ενεργειακή πολιτική φυσικά διαφέρει σημαντικά ανά χώρα, ωστόσο, μπορεί να λεχθεί ότι η ενεργειακή ασφάλεια τίθεται στο επίκεντρο όλων των χωρών.

Τα κράτη με σκοπό να αποκτήσουν επάρκεια και αυτονομία σε ενεργειακούς πόρους, προβαίνουν στην θέσπιση στόχων που θα διευκολύνουν το έργο τους. Οι στόχοι αυτοί αφορούν στο μειωμένο κόστος κατά την προμήθεια ενέργειας και την ασφάλεια εφοδιασμού όσο και στον περιβαλλοντικό παράγοντα.

Η έννοια της ενεργειακής ασφάλειας, επομένως, δεν είναι ούτε στατική ούτε και δεδομένη. Ως έννοια αλλά και ως κατάσταση είναι ένα διαρκώς εξελισσόμενο μείγμα παραγόντων που προκύπτουν από τα τεκτενόμενα στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι του σύγχρονου ενεργειακού καθεστώτος (Chester, 2010).

Η ενεργειακή ασφάλεια

Ο θεωρητικός καθηγητής των Διεθνών Σχέσεων, Barry Buzan (1983) ασχολήθηκε εκτεταμένα με τον προσδιορισμό των διαφορετικών εννοιών και αντιλήψεων για την ασφάλεια. Κατέληξε δε, σε ορισμένες επιμέρους διαστάσεις της ασφάλειας, την πολιτική, κοινωνική, οικονομική, στρατιωτική και περιβαλλοντική. Με την προσέγγιση αυτή, επιθυμεί να τονίσει τον παγκοσμιοποιημένο χαρακτήρα των ζητημάτων ασφάλειας, ένα εκ των οποίων είναι και η ενεργειακή ασφάλεια.  Η ενεργειακή ασφάλεια τέμνεται ως επί το πλείστον ανάμεσα στην οικονομική και την περιβαλλοντική διάσταση αλλά και σε εκείνη που έχει στρατηγική σημασία για την εθνική ασφάλεια των κρατών (S.F.Krishna –Hesnel, 2012). Από την άλλη, οι αναλυτές έχουν καταλήξει σε μερικά βασικά δομικά στοιχεία κι αρχές που συνθέτουν την ενεργειακή ασφάλεια. Πιο συγκεκριμένα, ως κύριες αρχές της, νοούνται η διαθεσιμότητα, η αξιοπιστία, η προσιτότητα και η περιβαλλοντική βιωσιμότητα (B. K.Sovacool, 2011).    Το σύγχρονο διεθνές σκηνικό του 21ου αιώνα χαρακτηρίζεται από την έμφαση στην ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου στον τομέα της ενέργειας, με αποτέλεσμα οι αναπτυγμένες χώρες να αποκτούν μεγαλύτερη εξάρτηση από την εισαγόμενη ενέργεια. Η στενότητα που υπάρχει στην αγορά υδρογονανθράκων, θα οδηγήσει σε αναζήτηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας, όπως τα βιοκαύσιμα ή την ηλιακή ενέργεια.

Κατανάλωση Ενέργειας από Εισαγωγή Υδρογονανθράκων

Οι υδρογονάνθρακες αποτελούν σήμερα τα αναγκαία καύσιμα για τη σύγχρονη κοινωνία και για την ανθρώπινη διαβίωση. Το πετρέλαιο συνιστά την πιο χρηστική διαθέσιμη καύσιμη ύλη. Η εμπορευματοποίηση του προϊόντος το καθιστά σε ένα άκρως πολιτικά στρατηγικό και οικονομικό προσοδοφόρο αγαθό (Βιδάκης, 2016). Οι υδρογονάνθρακες και ειδικότερα το πετρέλαιο, προσδίδουν στα κράτη που τα κατέχουν ένα στρατηγικό πλεονέκτημα. Από οικονομικής απόψεως, οι χώρες που το εκμεταλλεύτηκαν σωστά, άνθισαν οικονομικά και πέτυχαν διεθνή αναγνώριση. Γι’ αυτό το λόγο, το πετρέλαιο καθίσταται ζήτημα διεθνούς ενδιαφέροντος με τεράστια γεωπολιτική σημασία μιας και δεν γνωρίζει διακρίσεις σε γεωγραφική θέση, ιστορία ή πολιτισμό (Falola και Genova, 2008).

Τέλος, υποστηρίζεται ότι: «Η γεωπολιτική του πετρελαίου είναι τεράστια, πολύπλοκη και διαρκώς μεταβαλλόμενη, ωστόσο τρία στοιχεία είναι μεγάλης σημασίας. Το πρώτο είναι ο ρόλος των ΗΠΑ… το δεύτερο… είναι το πετρέλαιο στη Μέση Ανατολή. Το τελικό… είναι η τιμή.» (Roberts, 2006).

Έρευνα και Εκμετάλλευση Υδρογονανθράκων στο Αιγαίο

Τα τελευταία χρόνια, ειδικότερα και πιο εντατικά, την πρώτη δεκαετία του 2000 έγιναν προσπάθειες τόσο από τη μεριά της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας να αναβαθμιστούν στη γεωπολιτική σκακιέρα και να μετατραπούν εκατέρωθεν σε διαμετακομιστικούς κόμβους υδρογονανθράκων. Θα εξετάσουμε σύντομα την προσπάθεια κάθε μίας εκ των δύο χωρών.

Αρχικά, η Τουρκία διαθέτει τα εξής σημαντικά χαρακτηριστικά: α) έχει προνομιακή γεωγραφική θέση μιας και γειτνιάζει με κράτη παραγωγούς υδρογονανθράκων, ενώ β) εξαρτάται απόλυτα από τις εισαγωγές υδρογονανθράκων (Türkyılmaz, 2013). Όσον αφορά στο πρώτο χαρακτηριστικό, η Τουρκία αποτελεί όμορο κράτος με τις χώρες της Κασπίας Θάλασσας (πιο σημαντικό εδώ το Αζερμπαϊτζάν) και με τη Ρωσία (η οποία κάλλιστα μπορεί να χρησιμοποιήσει τα Τουρκικά εδάφη προς διαμετακόμιση των υδρογονανθράκων).

Δευτερευόντως, αξίζει να ειπωθεί πως η Τουρκία διαθέτει ελάχιστες ποσότητες δικών της υδρογονανθράκων και γι’ αυτό το λόγο εξαρτάται απόλυτα από τις εισαγωγές, κυρίως από τη Ρωσία (Συρίγος, 2015). Η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη της χώρας μετά το 2002, εντατικοποίησε περαιτέρω την ανάγκη της για την εισαγωγή υδρογονανθράκων. Ωστόσο, ένα μεγάλο της πλεονέκτημα είναι πως διαθέτει τεράστια εσωτερική αγορά. Ο πρωτεύων στόχος της είναι να εγκαταστήσει αγωγούς υδρογονανθράκων ώστε να γίνει η βασική χώρα διελεύσεως προς την ΕΕ από την Κασπία, τη Μέση Ανατολή και την Ρωσία (Συρίγος, 2015). Θέλει με άλλα λόγια να μετατραπεί σε διεθνή κόμβο εμπορίας φυσικού αερίου6.

Τα στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων θεωρούνται ιδιαιτέρως σημαντικά επειδή κατέχουν ουσιαστικό ρόλο στην παγκόσμια διαμετακόμιση πετρελαίου. Όσον αφορά στο φυσικό αέριο, η Τουρκία αναμένεται να διαδραματίσει μεγάλο ρόλο στη διασύνδεση των παραγωγών φυσικού αερίου στην Κασπία και στην Μέση Ανατολή με τους καταναλωτές στη νοτιοανατολική και κεντρική Ευρώπη. Ο Νότιος Διάδρομος Φυσικού Αερίου (ΝΔΦΑ) περιλαμβάνει όλες τις υποδομές και τους αγωγούς που αφορούν στον ενεργειακό εφοδιασμό της ΕΕ. Οι αγωγοί που ενδιαφέρουν άμεσα την Τουρκία είναι ο αγωγός Nabucco με μήκος 2.000 μιλίων από το Ερζερούμ της Τουρκίας έως το Baumgarten της Αυστρίας, ο αγωγός Nabucco West, τροποποίηση του αρχικού αγωγού Nabucco, ο αγωγός νοτιοανατολικής Ευρώπης (South East Europe Pipeline – SEEP), ο Διαδριατικός Αγωγός φυσικού αερίου (Trans Adriatic Pipeline – TAP), ο Διασυνδετήριος Αγωγός Τουρκίας – Ελλάδας – Ιταλίας (ITGI), ο Αγωγός Φυσικού Αερίου Ανατολίας (TANAP) κι ο αγωγός Τουρκίας – Ιράκ.

Εν συνεχεία, στην Τουρκία λειτουργούν κατά βάση δύο αγωγοί πετρελαίου, ο αγωγός Μπακού – Τιφλίδα – Τσεϋχάν και ο αγωγός Κιρκούκ – Γιουμουρταλίκ που μεταφέρουν Αζέρικο και Ιρακινό πετρέλαιο προς τις Ευρωπαϊκές αγορές. Επιπλέον, λόγω της προνομιακής γεωγραφικής της θέσης δύναται να αποκομίσει τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη. Αποτελεί χώρα – κλειδί για την μεταφορά υδρογονανθράκων μεταξύ των χωρών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, της Μέσης Ανατολής και των ευρωπαϊκών αγορών (Geostrategy, 2013).

Από την άλλη μεριά, αξίζει να αναφερθούν και οι προσπάθειες για τη στρατηγική αναβάθμιση της Ελλάδας. Η Ελλάδα παραδοσιακά δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με αγωγούς. Οι πρώτες προσπάθειες έγιναν στη διάρκεια της πρωθυπουργίας Καραμανλή. Οι επιλογές της χώρας για τα ενεργειακά έστρεψαν κατά βάση την Ελλάδα προς τη μεριά της Ρωσίας. Ωστόσο, αρκετοί από τους αγωγούς που υποστήριξε η ελληνική κυβέρνηση απαιτούσαν τη σύμπραξη της Τουρκίας. Με την κυβερνητική αλλαγή του 2009, ο αγωγός Τουρκίας – Ελλάδας ήταν ολοκληρωμένος, ο αγωγός ITGI είχε ορισμένες ολοκληρωμένες συμφωνίες ωστόσο χωρίς να υπάρχει χρηματοδότηση, ο αγωγός πετρελαίου Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολης είχε επίσης ολοκληρωμένες τις συμφωνίες και τέλος ο αγωγός Νότιο Ρεύμα – South Stream θα μετέφερε ρωσικό αέριο με μία κατ’ αρχήν συμφωνία μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας –  Ρωσίας (Συρίγος, 2015).

Ο αγωγός Ελλάδος – Τουρκίας, ο οποίος είναι ο μόνος που έχει υλοποιηθεί, συμφωνήθηκε το 2003 μεταξύ των δύο χωρών. Εγκαινιάστηκε δε το 2007, παρουσία του Αζέρου προέδρου, Ιλχάμ Αλίγιεφ, των πρωθυπουργών Καραμανλή κι Ερντογάν αλλά και του υπουργού ενέργεια των ΗΠΑ. Έχει συνολικό μήκος 285 χλμ. και ιδιαίτερα μεγάλη συμβολική αξία μιας και αποτελεί το μοναδικό αγωγό που μεταφέρει αζέρικο αέριο προς χώρα της ΕΕ.  Επιστρέφοντας στην περιοχή του Αιγαίου, δεν διαφαίνεται τουλάχιστον μέσα στα επόμενα χρόνια κάποια οριστική επίλυση του θέματος της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών εθνικής δικαιοδοσίας (υφαλοκρηπίδα κι ΑΟΖ) αλλά ούτε και συνεκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας. Οι όποιες προσπάθειες διευθέτησης δεν έχουν έως σήμερα ευοδωθεί. Ίσως η εξήγηση να έγκειται στο γεγονός ότι η Τουρκία βλέπει την Ελλάδα υπό το πρίσμα του Αιγαίου και της Κύπρου. Οι αγωγοί ελάχιστο ρόλο παίζουν τελικώς σε αυτή τη διαμάχη.  Η μεν επιτυχία της Ελλάδας να μετατραπεί σε διαμετακομιστικό κόμβο αγωγών υπήρξε περιορισμένη, ενώ η Τουρκία δε, έχει σημαντικό προβάδισμα. Η διαμάχη των δύο χωρών έχει πλέον επεκταθεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στα Κυπριακά και ισραηλινά κοιτάσματα αλλά και στο πως αυτά θα μεταφερθούν στην Ευρώπη. 

Υδρογονάνθρακες και Εξελίξεις σε Ανατολική Μεσόγειο

Η θαλάσσια περιοχή της Μεσογείου αποτελεί τη σημαντικότερη περιφερειακή θάλασσα του πλανήτη. Περιλαμβάνει κράτη της Ευρώπης (Ελλάδα, Κύπρος), της

Αφρικής (Αίγυπτος, Λιβύη) και της Ασίας (Ισραήλ, Λίβανος, Συρία, Τουρκία). Στην Μεσόγειο συναντάται ένας σημαντικός αριθμός πληθυσμού από διαφορετικά έθνη και πολιτισμούς, ενώ αποτελεί πλέον κομβικό σημείο της παγκόσμιας ναυτιλίας. Επιπροσθέτως, η περιοχή της Νοτιανατολικής Μεσογειακής λεκάνης έχει καταστεί περιοχή μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας μιας και διαθέτει κοιτάσματα υδρογονανθράκων (πετρέλαιο και φυσικό αέριο) όσο και ηφαίστεια ιλύος και υδρίτες κατά μήκος της μεσογειακής ράχης (Τσάλτας – Αναγνώστου, 2014).

Δεδομένης της παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης, οι ενεργειακοί πόροι στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου αναμένονται να διαδραματίσουν έναν ουσιαστικό ρόλο στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια. Με βάση την αμερικανική γεωλογική έρευνα (US Geological Survey – USGS) που διεξήχθη το 2010 στη λεκάνη της Λεβαντίνης, περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου που καλύπτει τα χωρικά ύδατα της Κύπρου, του Ισραήλ, του Λιβάνου και της Συρίας, υπολογίστηκε πως η Λεβαντίνη διαθέτει αποθέματα φυσικού αερίου ύψους 3455 (bcm) συγκρίσιμα με εκείνα του Ιράκ. Πρόκειται για τα κοιτάσματα Ταμάρ και Λεβιάθαν που καθιστούν την λεκάνη της Λεβαντίνης σε μία περιοχή που μελλοντικά θα εξάγει φυσικό αέριο (Κότταρη, 2015). Εν αρχή τα ισραηλινά κοιτάσματα. Για το Ισραήλ η ενεργειακή αυτάρκεια ήταν αδιανόητη έως το 2009 που η Noble Energy αποφάσισε να διεξάγει έρευνα στην Λεκάνη της Λεβαντίνης και ανακάλυψε το κοίτασμα του Ταμάρ, ύψους 238 (bcf) φυσικού αερίου. Έως τότε, η κατανάλωση προερχόταν από εγχώριες πηγές από τα δύο μεγαλύτερα κοιτάσματα της χώρας, Mari και Noa. Ωστόσο, η παραγωγή στο κοίτασμα Ταμάρ ξεκίνησε το 2013 και απέδωσε φυσικό αέριο ύψους 283 (bcm). Αυτό το αποδεδειγμένο απόθεμα χρησιμοποιείται για να καλύψει τις εγχώριες ενεργειακές ανάγκες του Ισραήλ τουλάχιστον για τα επόμενα 25 με 30 χρόνια (Φίλης, 2012). Όσο για το κοίτασμα Λεβιάθαν οι εργασίες από τις εταιρείες, Delek, Ratio Oil Exploration και Noble Energy δεν έχουν ξεκινήσει ακόμη. Το 2013 η ισραηλινή κυβέρνηση αποφάσισε να εξάγει το 40% της παραγωγής φυσικού αερίου με πρώτους προορισμούς την Αίγυπτο και την Ιορδανία.  Δευτερευόντως, όσον αφορά στη Συρία, λόγω του πολέμου, έχει εκλείψει από την ενεργειακή εξίσωση. Διαφαίνεται ότι τα αποθέματά της σε πετρέλαιο εξαντλούνται σταδιακά, επομένως θα στραφεί στην παραγωγή φυσικού αερίου (Φίλης, 2012). Η υφιστάμενη παραγωγή δεν αρκεί για να καλύψει τις εγχώριες ανάγκες της με αποτέλεσμα να εισάγει επιπρόσθετες ποσότητες πετρελαίου. Η Συρία αποβλέπει στο να γίνει εξαγωγέας φυσικού αερίου και σε αυτό το πλαίσιο ολοκλήρωσε το 2003 τον πρώτο αγωγό εξαγωγής στο Λίβανο ωστόσο δεν παρήγαγε αρκετή ποσότητα με αποτέλεσμα να εισαγάγει φυσικό αέριο από την Αίγυπτο μέσω του αραβικού αγωγού φυσικού αερίου – Arab Gas Pipeline (Foreign Affairs, 2014).  Ο Λίβανος από την άλλη μεριά ανήκει σε εκείνες τις χώρες που δεν δραστηριοποιούνται σε καμία είδους παραγωγή, ούτε πετρελαίου, ούτε φυσικού αερίου, επομένως για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών τους προβαίνουν σε εισαγωγές.  Εν αντιθέσει, η Αίγυπτος είναι η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα παραγωγός φυσικού αερίου τόσο στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο όσο και στην Αφρικανική ήπειρο ύστερα από την Αλγερία. Το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας παραγωγής φυσικού αερίου διατίθεται για την κάλυψη των εσωτερικών της αναγκών.  Περίπου το 70% των αποθεμάτων της προέρχεται από τα κοιτάσματα του Κωνικού Πεδίου στα ανοιχτά του Δέλτα του Νείλου (Φίλης, 2012). Η πρωτεύουσα της Αιγύπτου, Κάιρο, διαθέτει τρεις μεγάλες εγκαταστάσεις υγροποίησης, τη SEGAS Train LNG 1 και τις Egypt LNG Train 1 και 2 (Κότταρη, 2015).

Αναφορικά με την Κύπρο, έως το 2010 που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά τα αποτελέσματα των ερευνών για την ανακάλυψη φυσικού αερίου, το νησί βασιζόταν αποκλειστικά στο πετρέλαιο και στην ηλεκτρική ενέργεια ενώ η κατανάλωση φυσικού αερίου βρισκόταν σε μηδενικά επίπεδα (Γατσίδας – Νικολετοπούλου, 2013). Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει παρατηρηθεί στην λεκάνη της Λεβαντίνης η οποία αποτελείται από 13 θαλάσσια οικόπεδα από τα οποία το μόνο που έχει εκτιμηθεί είναι το υπ’ αριθμόν 12 που ονομάζεται Αφροδίτη και βρίσκεται πάνω στην οριοθέτηση της ΑΟΖ της Κύπρου και του Ισραήλ. Το 2008 η αμερικανική εταιρεία Noble Energy πήρα άδεια για εξερεύνηση των υδρογονανθράκων με την πρώτη γεώτρηση να λαμβάνει χώρα το 2011, εντοπίζοντας μεγάλη ποσότητα φυσικού αερίου που σε περίπτωση συνεκμετάλλευσης με το Ισραήλ, η Κύπρος δύναται να λάβει το 80% (Κότταρη, 2015).

Τέλος, όσον αφορά στην περίπτωση της Ελλάδας όλες οι προοπτικές σχετικά με τον τομέα του φυσικού αερίου έχουν επικεντρωθεί στην Κρήτη. Ο καθηγητής Α. Φώσκολος έχει αναφέρει: «Η Κρήτη κρύβει μία δεύτερη Αλάσκα σε ενεργειακά αποθέματα. Ειδικότερα, νοτίως της Κρήτης υπάρχουν 3 με 4 υπεράκτιες περιοχές που αξίζουν να γίνουν αντικείμενο έρευνας υδρογονανθράκων λόγω μεγάλων ποσοτήτων: νοτιοδυτικά της Γαύδου, νομός Ρεθύμνου (Φραγκοκάστελο – Πλακιάς), κόλπος Μεσσαράς και νοτιοανατολικά της Ιεράπετρας – Λεκάνη του Ηρόδοτου).» (Νέα Κρήτη, 2011). Αναφορικά δε με τα ενεργειακά αποθέματα πετρελαίου, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στο Ιόνιο. Η κατανάλωση πετρελαίου της Ελλάδας αγγίζει τα 120 εκατ. βαρέλια ετησίως, επομένως ένα μέρος της μπορεί να καλυφθεί από εγχώριες πηγές, αν λάβουμε υπόψη τις εκτιμήσεις του ΥΠΕΚΑ[4] πως η περιοχή του Ιονίου και νοτίως της Κρήτης δύνανται να αποδώσουν 20-25 εκατ. βαρέλια το χρόνο για τα επόμενα 30 χρόνια (Γατσίδας – Νικολετοπούλου, 2013).

Ο συνασπισμος Ελλάδος Κύπρου-Ισραήλ

Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να γίνει μία ειδική αναφορά στις τριμερείς σχέσεις Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας και Αιγύπτου – Ισραήλ – Κύπρου καθώς αυτοί οι δύο «συνασπισμοί» πρόκειται να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το ενεργειακό τοπίο της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου.

Το 2012 στη διάρκεια μία διεθνούς διάσκεψης που έλαβε χώρα στην Ελλάδα, οι Υπουργοί Ενέργειας της Ελλάδας, του Ισραήλ και της Κύπρου εξέφρασαν την επιθυμία τους να διευρύνουν την συνεργασία τους στην εξερεύνηση και εκμετάλλευση πιθανών κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Υπεγράφη λοιπόν συμφωνία για την κατασκευή του Euroasia Interconnector, δηλαδή της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ισραήλ –Κύπρου – Ελλάδας μέσω υποθαλάσσιου καλωδίου αλλά και για την κατασκευή του αγωγού Eastmed που θα αξιοποιεί το ισραηλινό φυσικό αέριο και θα συμβάλει στην γεωπολιτική και οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας και της Κύπρου (Μπακέλλα, 2014). Ο αγωγός Eastmed αποτελεί εξέχουσα προτεραιότητα του ΥΠΕΚΑ μιας και σύμφωνα με έναν αρχικό σχεδιασμό η μεταφορική ικανότητα του αγωγού κρίνεται σε 8 bcm ετησίως.

Η ιδέα για τον αγωγό Eastmed ανήκει στην ελληνοϊταλική κοινοπραξία Poseidon (50% ΔΕΠΑ[5], 50% Edison) και πρόκειται ουσιαστικά για έναν αγωγό που θα συνδέει τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου με τη Δυτική Ελλάδα μέσω Κύπρου, Κρήτης και Πελοποννήσου (Λαγάκος, Η Καθημερινή, 2017). Σύμφωνα με μελέτες των οίκων IHS, Intec SEA και C&M Engineering, η κατασκευή του αγωγού είναι τεχνικά εφικτή και οικονομικά βιώσιμη. Η υλοποίησή του προϋποθέτει δε, την άμεση εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ακόμη διασαφηνίσει τις προθέσεις της για την κατασκευή του αγωγού, ενώ η Κομισιόν είναι αμφίβολο αν θα συγκαταθέσει σε αυτό το εγχείρημα. Το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης επομένως εξακολουθεί να παραμένει επιφανειακό (Huffington Post, 2017).

Η Κύπρος από την δική της πλευρά προτρέπει στην κατασκευή ενός τερματικού σταθμού στην περιοχή του Βασιλικού ο οποίος θα έχει μία αρχική δυναμικότητα 7 bcm ετησίως. Η κατασκευή του τερματικού σταθμού στον Βασιλικό εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Ισραήλ μιας και θα απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα ενός εδάφους κράτους – μέλους της ΕΕ (Pascuale DE MICCO, 2014). Τα προτεινόμενα έργα από μεριάς Κύπρου – Ισραήλ σε σύμπνοια με την Ελλάδα, έχουν επιφέρει τις έντονες αντιδράσεις της Τουρκίας και σε αυτό το σημείο ενδέχεται να προκύψουν δυσκολίες στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις σχετικά με την ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ ή λόγω της ανάγκης οριοθέτησης των αντίστοιχων ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου (Κότταρη,2015).

Την ίδια στιγμή, η Λευκωσία παρατηρεί με ανησυχία και επιφύλαξη τις Τουρκικές κινήσεις στην Κυπριακή ΑΟΖ. Οι Τούρκοι επανέρχονται με την μεταφορά ενός πλωτού γεωτρύπανου (Deepsea Metro 2) στην Ανατολική Μεσόγειο που δεν είναι ακόμη γνωστό που θα χρησιμοποιηθεί. Το γεωτρύπανο θα κινηθεί κατά πάσα πιθανότητα σύμφωνα με τα ευρήματα του ωκεανογραφικού Μπαρμπαρός, το οποίο τον περασμένο Ιούλιο πραγματοποίησε έρευνες σε όλο το εύρος της Κυπριακής ΑΟΖ. Εκτιμάται ωστόσο ότι οι Τούρκοι δεν θα θελήσουν να έρθουν σε σύγκρουση με τους Γάλλους και τους Ιταλούς που δραστηριοποιούνται ήδη στην Κυπριακή ΑΟΖ (Νέδος, Η Καθημερινή, 2017).

Δευτερευόντως, όσον αφορά στο τρίγωνο Αίγυπτος – Ισραήλ – Κύπρος, ο ρόλος του Καΐρου είναι εκείνος που θα είναι καθοριστικός στις ενεργειακές επιλογές των τριών χωρών. Η ανακάλυψη του κοιτάσματος Zohr στο οικόπεδο Shorouk, 190 χιλιόμετρα βόρεια των ακτών της Αιγύπτου, έχει δημιουργήσει αυξημένες προσδοκίες πως η Λεκάνη της Λεβαντίνης πράγματι διαθέτει μεγάλες ποσότητες ενεργειακών αποθεμάτων. Η ιταλική εταιρεία ENI η οποία έχει αναλάβει την εξερεύνηση, έχει πραγματοποιήσει ήδη γεωτρήσεις στην περιοχή και εκτιμάται ότι οι ποσότητες φυσικού αερίου ξεπερνούν τα 30 τρις. κυβικά πόδια (Energy Press, 2015).

Επιπρόσθετα, η Αίγυπτος ως χώρα διαθέτει την τεχνογνωσία και τους πόρους να εκμεταλλευτεί, επεξεργαστεί και να εξάγει το φυσικό αέριο. Η ύπαρξη του Zohr έχει δημιουργήσει προσδοκίες και για την ύπαρξη ανάλογων κοιτασμάτων εντός της Κυπριακής ΑΟΖ. Σε αυτό το οποίο διαφέρει δε γεωλογικά το κοίτασμα Zohr είναι το ενδεχόμενο να διαθέτει πετρέλαιο κάτω από το φυσικό αέριο (Αθανασόπουλος, 2017).

Συμπέρασμα

Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου συνιστά περιοχή ευκαιρίας για τα κράτη που την απαρτίζουν. Η Κύπρος είναι μία ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη η οποία μπορεί να αποκομίσει πολλά οφέλη από την ενασχόλησή της με τα ενεργειακά ωστόσο εκκρεμούσης της επίλυσης του Κυπριακού δεν θα πρέπει ποτέ να συμφωνήσει στη δημιουργία ενός αγωγού για την διαμετακόμιση υδρογονανθράκων στις ευρωπαϊκές αγορές, διαμέσου των Τουρκικών εδαφών. Η δε Τουρκία εξακολουθεί να έχει προκλητική δράση στο Αιγαίο και να εντατικοποιεί τις διαφορές της με την Ελλάδα τη στιγμή που μία συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ είναι καθοδόν. Η Ελλάδα χάρη στην υλοποίηση του TAP εντάσσεται στον ευρύτερο ενεργειακό χάρτη ως διαμετακομιστικός κόμβος και ισχυροποιεί τη θέση της στην ΕΕ, δείχνοντας ότι διαθέτει προοπτικές εκμετάλλευσης πιθανών ωφελειών. Τέλος, το Ισραήλ είναι η μοναδική χώρα μέχρι στιγμής που μπορεί να νοηθεί ως ένα ενεργειακά αυτάρκες κράτος. Ο ρόλος του αναμένεται να διαφοροποιήσει αλλά και να εδραιώσει συγκεκριμένες γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Θεώνη Σταματοπούλου

Δόκιμη Ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων ( ΙΔΙΣ) και Δόκιμη Αναλυτής στο ΚΕΔΙΣΑ

Η παραπάνω μελέτη είναι τμήμα μελέτης που  πραγματοποιήθηκε στο ΚΕΔΙΣΑ (Κάντε ΚΛΙΚ ΕΔΩ για να μεταβειτε στην πλήρη μελέτη)

(Τιτλοι-υπότιτλοι: new-economy.gr)

 

 

50Shares